ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 2010-11

KLIKKKKKKKKKKKKKKK

EUROART PRESS 1: ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 2010-11 ART-ACT

art-act THE NEW PLAN 2010-11

http://2010-2011-programa-art-act.blogspot.com/
ALL THE SELECTED DATA COME FROM INFORMATIONAL E-MAILS (BY ARTISTS AND GALLERIES) TO THE EUROART PRESS.


MATERIAL SELECTION IS UNDER THE EDITORSHIP OF CHRISTOS THEOFILIS.


YOU CAN SEND PHOTO AND INFORMATION OF YOUR EXHIBITION TO ART-ACT@TELLAS.GR AND IF IT IS CHOSEN,ΙΤ WILL BE POSTED IN EUROART PRESS.
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ 'E-MAIL' GALLERY - ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ - ΕΝΤΥΠΩΝ ΤΕΧΝΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ EUROART PRESS
ΣΤΕΙΛΤΕ ΣΤΟART-ACT@TELLAS.GR ΤΙΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΣΑΣ ΦΩΤΟ. ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝ ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ ΘΑ ΑΝΑΡΤΗΘΟΥΝ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΛΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗ ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗΣ



[Π. ΓΕΝ.ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ο.Σ.Δ.Ε.Ε.Τ.Ε./ Π.ΤΑΜΙΑΣ ΤΟΥ Ε.Ε.Τ.Ε. / ΜΕΛΟΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ Π.Ε.Λ. / ΜΕΛΟΣ A.I.C.L. ASSOCIATION INTERNATIONALE DE LA CRITIQUE LITTERAIRE /ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΝ/ επιμελητής της στήλης 'αυτοπροσδιορισμοί' των σελίδων γράμματα - τέχνες - εικαστικά της εφημερίδας 'η αυγή' και συνεργάτης του περιοδικού ΄Culture΄ της εφημερίδας ‘’ο κόσμος του επενδυτή’’]


Διαβάστε με το ποντίκι, THN ΣΤΗΛΗ 'ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ' ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ' Η ΑΥΓΗ '

Διαβάστε με το ποντίκι, THN ΣΤΗΛΗ 'ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ' ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ' Η ΑΥΓΗ '

'ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ'

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΑΠΟΨΗΣ.
Η ΣΤΗΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΩΣ ΚΕΛΥΦΟΣ ΛΟΓΟΥ – ΟΡΑΜΑΤΟΣ - ΠΡΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ-ΧΡΟΝΟΥ ΠΟΥ ΔΡΑ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ.
ΟΙ ‘ΣΥΝΔΑΙΤΥΜΟΝΕΣ ‘ ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΟ ΟΧΗΜΑ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΓΙΑ ΑΝΟΙΧΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ.ΠΡΟΤΑΣΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗΣ art-act@tellas.gr



11/03/2009 Χαράλαμπος Δαραδήμος ΟΣΔΕΕΤΕ http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=440930


25/03/2009 Γιάννα Γραμματοπούλου ΠΣΑΤ http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=440929

08/04/2009 Μαρία Μαραγκού Eλληνικό τμήμα της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης, (ΑICA) http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=445553

15/04/2009 ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΡΦΑΡΑΣ http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=441565

22/04/2009 ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΥΠΑΡΑΚΗΣ http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=441564

06/05/2009 Μανώλης Ζαχαριουδάκης http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=441563

20/05/2009 ΞΕΝΗΣ ΣΑΧΙΝΗΣ http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=441561

Ημερομηνία δημοσίευσης: 03/06/2009 Αννα Χατζηγιαννάκη http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=463805

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ Ημερομηνία δημοσίευσης: 17/06/2009 http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=468143

ΡΟΓΚΑΚΟΣ ΜΕΓΑΚΛΗΣ http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=492005

ΑΓΡΑΦΙΩΤΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=493924


ΗΛΙΑΣ ΧΑΡΙΣΗΣ Ημερομηνία δημοσίευσης: 07/10/2009 http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=496002

Αναγνώστες

klikk Αναγνώστες για αμεση ενημερωση

klikk   Αναγνώστες  για αμεση ενημερωση

ΚΑΝΕ ΚΛΙΚ ΣTA BLOGSPOTS TOY ΑRT-ACT@TELLAS.GR

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

CINECITY CINEGRAPHED CITIES [cinecities@gmail.com] CINECITIES PROGRAMME

Αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι,
πρωτίστως ζητώ τη συγνώμη σας,
για τις μέχρι τούδε απουσίες μου
από τις τακτικές συνευρέσεις μας,
που όπως πληροφορήθηκα
υπήρξαν ιδιεταίρως γόνιμες κι εποικοδομητικές.
Οι δύο προσεχείς συναντήσεις μας για τις 23/10 και 30/10
έχουν οριστικοποιηθεί όπως αναφέρονται κατωτέρω.
Ιδιεταίρως για την συνάντηση της 30ης Οκτωβρίου
πρέπει να τονίσω ότι για την είσοδός μας
στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης (Πειραιώς 206),
όπου και θα πραγματοποιηθεί
το MasterClass του F. F. Coppola
απαιτούνται ατομικές προσκλήσεις.
Έχουμε ζητήσει συνολικά 20 προσκλήσεις,
αλλά επειδή είναι προσωπικές
πρέπει ένας έκαστος να το δηλώσει
το αργότερο μέχρι 22/10.
Το υπόλοιπον του προγράματός μας, για το 2009,
έχει μεν επαρκώς καταρτισθεί,
αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί πλήρως,
πράγμα που θα γίνει εντός των προσεχών ημερών.
Ευχαριστώ εκ των προτέρων

Θανάσης Ρεντζής


ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΕΓΡΑΜΜΕΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

23/10 - Μητρόπουλος Ανδρέας
Παρουσίαση της Διπλωματικής Εργασίας στο Πρόγραμμα Ψ.Μ.Τ.
Θέμα: Από το Πανοπτικόν στις Κοινωνίες του Ελέγχου
με σχόλια του επιβλέποντος Θανάση Ρεντζή.
30/10 - Francis Ford Coppola [MasterClass] sieni_86@yahoo.gr

06/11 - Ιωαννίδης Ζαχαρίας
Η Εικόνα της Πόλης
στην εποχή της υπερδιάδοσης και υπερδικτύωσης
των καταγραφικών μέσων
ή Σεβαστάκης Δημήτρης ?

13/11 - Τσιμά Ναυσικά
Η Πόλη ως Κοινωνικό Γεγονός

ή Παπακωνσταντίνου Γιώργος
Η Εικόνα της Πόλης στον Πειραματικό Κινηματογράφο
και την Ηλεκτρονική Τέχνη

20/11 - Βενάκη Ηλέκτρα
Οι ήχοι μιας πόλης που δεν υπάρχει
και ο ήχος στις πόλεις μυθοπλασίας

27/11 - Αναγνωστάκη Ακριβή
Κινηματογράφος – Αρχιτεκτονική:
Δύο συστήματα ανάλογα

04/12 - Σταυρίδης Σταύρος ?

11/12 - Στάθη Ειρήνη
Από το CITY FILM στο HYPERCITY
Εικονική αρχιτεκτονική και ψηφιακός κινηματογράφος

18/12 - Κώστας Χατζηφραγκιός-Μακρυδάκης
Παρουσίαση της Διδακτορικής Διατριβής με θέμα:
Η Φυσιογνωμία της Πόλης στον Κινηματογράφο

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ ΣΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

Εισαγωγή

Η τεχνολογία εμφανίζεται στις μέρες μας ως ολικό κοινωνικό γεγονός, δηλαδή ως γεγονός που επεκτείνεται στο σύνολο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, από τις πλέον εργαλειακές έως τις εξόχως προσωπικές και πνευματικές. Αποτέλεσμα της εξάπλωσης αυτής είναι η δημιουργία δυνητικών ή εικονικών κόσμων, οι οποίοι σταδιακά κατακτούν την πρωτοκαθεδρία έναντι του κόσμου των αισθήσεων[1]. Συνακόλουθη είναι και η μεταβολή του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος αισθάνεται, παρατηρεί και αντιλαμβάνεται τον κόσμο του. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε μια οντολογική μεταβολή, σε μια αλλαγή του πλαισίου που καθορίζει τον γνωσιοθεωρητικό και συνειδησιακό ανθρώπινο ορίζοντα.

Αν με τη βιομηχανική επανάσταση η μηχανή αντικατέστησε τους μύες και τη σωματική δύναμη, η σημερινή τεχνολογική επανάσταση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ο υπολογιστής αντικαθιστά το μυαλό, ή τουλάχιστον όλο και περισσότερες συγκεκριμένες λειτουργίες του.

«Τελικά όλα είναι ψηφιακά, πράγμα που σημαίνει πως τα πάντα πρέπει να ειδωθούν ως μια λιγότερο ή περισσότερο πυκνή κατανομή των στιγμών, των bits. Αυτή η ερμηνεία επιτρέπει τη σχετικοποίηση της έννοιας του “πραγματικού”: όσο πιο πυκνή είναι η κατανομή τόσο περισσότερο πραγματικό είναι κάτι, ενώ όσο πιο αραιή είναι η κατανομή τόσο περισσότερο δυνητικό είναι κάτι. Αυτό που ονομάζουμε, βιώνουμε και αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικό, είναι εκείνα τα σημεία, εκείνες οι καμπυλώσεις ή τα κοιλώματα, όπου τα σωματίδια πυκνώνουν και οι δυνατότητες υλοποιούνται. Αυτή είναι η κοσμο-εικόνα, όπως μας την προτείνουν οι επιστήμες και μας την παρουσιάζουν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Εφεξής, έτσι θα ζούμε και ας μη θέλει να το χωρέσει ο νους μας»[2].


Τηλεόραση, ΜΜΕ

Αρχικά θα πρέπει να σημειώσουμε πως η τηλεόραση είναι εκείνη που κατάφερε χάρη στη δύναμη της κινούμενης εικόνας και της ταυτόχρονης μετάδοσης να πάρει τα σκήπτρα της ενημέρωσης από τα παραδοσιακά μέσα του τύπου, δηλαδή τις εφημερίδες και τα περιοδικά, και στη συνέχεια να επιβάλει τον τηλεοπτικό λόγο και σε αυτά τα μέσα, που ακολούθησαν αναγκαστικά τις επιταγές της για να μπορέσουν να κρατηθούν σε ένα επίπεδο πωλήσεων που τους επιτρέπει να συνεχίσουν να υφίστανται μέσα στο ανταγωνιστικό πεδίο της αγοράς. Η τηλεόραση λοιπόν ενορχήστρωσε αυτό που ονομάστηκε βιομηχανία της συνείδησης, βιομηχανία της διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και προετοίμασε τον σύγχρονο άνθρωπο για να δεχτεί τον σημερινό κόσμο, στον οποίο η εικονική πραγματικότητα συγχέεται με την ίδια τη ζωή.

«Σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο η αλήθεια που μετρά είναι η αλήθεια των ΜΜΕ. Ποια είναι αυτή η αλήθεια; Εάν σε σχέση με ένα συμβάν ο τύπος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση πουν ότι κάτι είναι αληθινό, τότε θα επιβληθεί ως αληθινό. Ακόμα και αν είναι ψέμα. Γιατί πλέον είναι αληθινό ό, τι το σύνολο των ΜΜΕ αναγνωρίζει ως τέτοιο.

Έτσι, ο μόνος τρόπος για να επαληθεύσει ο πολίτης εάν μια πληροφορία είναι αληθινή, είναι να συγκρίνει όσα λένε τα διάφορα μέσα ενημέρωσης για το συμβάν. Εάν όλοι επιβεβαιώνουν το ίδιο πράγμα, τότε δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να το αποδεχτεί»[3] γράφει ο Ignacio Ramonet.

Η ιδιοκτησία των ΜΜΕ ανήκει στην οικονομική εξουσία, αφού η ίδρυση ενός βιώσιμου επικοινωνιακού μέσου απαιτεί τη συγκέντρωση τεράστιου κεφαλαίου. Είναι προφανές λοιπόν ότι η ελευθερία λόγου και η αντικειμενική ενημέρωση αποτελούν απλά συνθήματα των μέσων, αλλά στην πραγματικότητα θυσιάζονται στο βωμό του κέρδους και της εξυπηρέτησης των συμφερόντων των ιδιοκτητών τους και όλων όσων με έμμεσους ή άμεσους τρόπους σχετίζονται με αυτούς. Η επικράτηση της οικονομίας της αγοράς ως κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου σε παγκόσμια κλίμακα είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός και τα ΜΜΕ λειτουργούν κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διατηρούν και να αναπαράγουν το μοντέλο αυτό. Εξαρτημένα από τη διαφήμιση, την τοποθετούν στην κορυφή των προτεραιοτήτων τους, αφού τα ΜΜΕ είναι πριν από όλα επιχειρήσεις και πρέπει να έχουν κέρδη. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούν μια πραγματικότητα για τους θεατές, ακροατές και αναγνώστες τους, η οποία είναι βασισμένη επάνω στη διαφήμιση.








Το Διαδίκτυο
Τα ψηφιακά δίκτυα που περιβάλλουν ολόκληρο τον κόσμο του σύγχρονου ανθρώπου επιφέρουν μια επικοινωνιακή ένταση αμεσότερη και μεγαλύτερου βαθμού από εκείνη που είχε επιφέρει πριν από μερικές δεκαετίες η τηλεόραση. Το Διαδίκτυο αποτελεί πεδίο σύγκλισης των τεχνολογιών πληροφόρησης, ψυχαγωγίας και διαφήμισης, αποκτώντας τη δυνατότητα μεταφοράς ήχου και κινούμενης εικόνας.

Συστατικό στοιχείο της έννοιας του πολίτη αποτελεί πλέον η πρόσβασή του στο δίκτυο. Το Διαδίκτυο αποτελεί το βασικό μέσον επικοινωνίας και ενημέρωσης όλο και περισσότερων ανθρώπων που επηρεάζουν την κοινή γνώμη και επηρεάζονται από αυτή. Όλο και περισσότερο εκείνοι εξαρτούν την καθημερινότητά τους από τις υπηρεσίες τις οποίες προσφέρει, σε εργασιακό και προσωπικό επίπεδο.

Η κάλυψη των δικτύων σταθερής και κινητής τηλεφωνίας αυξάνεται με ραγδαίους ρυθμούς, όπως και η παραγωγή όλο και ταχύτερων ηλεκτρονικών υπολογιστών και τεχνολογιών δικτύωσής τους. Το αποτέλεσμα είναι η γιγάντωση του Διαδικτύου, και η δημιουργία όλο και περισσότερων δυναμικών σχέσεων οικονομικής, πολιτιστικής, κοινωνικής και επικοινωνιακής φύσεως βασισμένων σε αυτό.

«Ο υπολογιστής δεν είναι πια ένα κέντρο αλλά ένα κομμάτι, ένα τμήμα του υφαδιού, μια ελλιπής συνιστώσα του οικουμενικού υπολογιστικού δικτύου. Οι λειτουργίες του είναι κατακερματισμένες και διατρέχουν κάθε στοιχείο του τεχνοκόσμου. Σε τελευταία ανάλυση, υπάρχει μόνον ένας υπολογιστής πια, ένα μόνον έρεισμα για κείμενα, αλλά έχει γίνει αδύνατο να χαράξουμε τα όριά του, να καθορίσουμε το περίγραμμά του. Πρόκειται για έναν υπολογιστή που το κέντρο του βρίσκεται παντού και η περιφέρειά του πουθενά, για έναν υπολογιστή υπερκειμενικό, διάσπαρτο, ζωντανό, ταχέως πολλαπλασιαζόμενο, ατελείωτο, δυνητικό, έναν υπολογιστή- Βαβέλ: για τον ίδιο τον κυβερνοχώρο»[4].

Η παγκόσμια ροή και ανταλλαγή πληροφοριών είναι συνεχής και αυτοματοποιημένη, δημιουργώντας έναν καινούριο κόσμο χωρίς προηγούμενο, στον οποίο ο χώρος και ο χρόνος αποκτούν διαφορετικό νόημα από αυτό που είχαν στον αναλογικό κόσμο. Είναι αλήθεια ότι ο χρήστης του διαδικτύου έχει αποκτήσει άμεση δυνατότητα πρόσβασης σε τεράστιο όγκο δεδομένων αποθηκευμένων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές σε κάθε γωνία του πλανήτη και ότι το γεγονός αυτό γεννά τεράστιες δυνατότητες και οφέλη. Υπάρχει όμως και μια άλλη, πιο σκοτεινή ερμηνεία της λειτουργίας του Διαδικτύου, που σχετίζεται με τρία εγγενή χαρακτηριστικά του, τα οποία είναι τα εξής: η παρακολούθηση, η διαφήμιση και η πώληση.

Σε ό, τι αφορά την παρακολούθηση, ή τη δυνατότητα παρακολούθησης θα πρέπει να επισημάνουμε ότι κάθε ενέργεια στο Διαδίκτυο αφήνει ένα ψηφιακό ίχνος. Σιγά-σιγά ο χρήστης ζωγραφίζει ακούσια την αυτοπροσωπογραφία του, με βάση τα ενδιαφέροντά του, πολιτιστικά, ιδεολογικά, ψυχαγωγικά η καταναλωτικά.

Για τη διαφήμιση ισχύει ό, τι και με τα υπόλοιπα ΜΜΕ, καθώς η οικονομία του διαδικτύου είναι κυρίως διαφημιστικής φύσης, με τη διαφορά ότι η σχέση του χρήστη με το μέσον διαγραφόμενη μέσα από τον ενεργητικό της χαρακτήρα αποκτά ένα ποιοτικό χαρακτηριστικό που ενισχύει τις διαφημιστικές στρατηγικές.

Τέλος για την πώληση είναι σαφές ότι αποτελεί έναν από τους κυριότερους στόχους του Διαδικτύου. Ήταν ήδη ο στόχος των παραδοσιακών μέσων όταν φιλοξενούσαν διαφημίσεις στις εφημερίδες, στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση. Όμως η ουσιαστική διαφορά είναι ότι με τα άλλα μέσα δεν μπορούσε κανείς να αγοράσει απ’ ευθείας.

Επ’ αυτού του ζητήματος ο Pierre Lévy παρατηρεί: «Η δριμύτητα των συζητήσεων γύρω από τον εμπορευματικό ή μη εμπορευματικό χαρακτήρα του Διαδικτύου έχει μια βαθιά ανθρωπολογική σημασία. Ένας από τους λόγους υπερηφάνειας της κοινότητας που ανέπτυξε το Δίκτυο είναι ότι επινόησε, ταυτόχρονα μ’ ένα νέο αντικείμενο, και έναν καινοφανή τρόπο νοήμονος διαμόρφωσης της κοινωνικής ζωής. Το πρόβλημα δεν είναι, λοιπόν, να εξοβελιστεί το εμπόριο από το Διαδίκτυο, αλλά να διαφυλάξουμε έναν πρωτότυπο τρόπο συγκρότησης νοημόνων συλλογικοτήτων, διαφορετικό από εκείνο που παράγει η καπιταλιστική αγορά. […] Αλλά από την άλλη πλευρά, ο κυβερνοχώρος είναι εντελώς συμβατός με το χρήμα ή με άλλα εμμενή μεσολαβητικά αντικείμενα. Αυξάνει μάλιστα σε σημαντικό βαθμό τη δυνητικοποιητική ισχύ και την ταχύτητα κυκλοφορίας των χρηματοπιστωτικών και επιστημονικών αντικειμένων. Χάρη στα προϊόντα της οικονομικής και επιστημονικής δραστηριότητας, και με την υποστήριξη των μέσων του κυβερνοχώρου, οι σχέσεις αρπαγής, ιδιοποίησης και εξουσίας δέχονται καινούρια ώθηση, σε μια ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα»[5].

Η κυριαρχία των μηχανισμών της αγοράς φαίνεται να εκτείνεται σε όλο το εύρος των δραστηριοτήτων που προκύπτουν από την ανθρώπινη συνύπαρξη και σε κάθε σημείο του πλανήτη. Ο τηλεοπτικός λόγος κατέχει μια αδιαμφισβήτητη κυριαρχία στον τομέα της κατασκευής προτύπων και ο συνδυασμός του με την ανερχόμενη δύναμη του Διαδικτύου δημιουργεί ένα διεισδυτικό περιβάλλον επιβολής πειθαρχικών τρόπων σκέψης σε μαζικό επίπεδο, που καθιστά το θέμα του ελέγχου των πληροφοριών ίσως πιο επίκαιρο παρά ποτέ.

Η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών κατέστησε δυνατή την ηλεκτρονική διασταύρωση στοιχείων μέσα από ένα δίκτυο υπολογιστικών συστημάτων και, κατά συνέπεια, έναν συνεπή τρόπο ταυτοποίησης των πληροφοριών που σχετίζονται με τις διάφορες συνήθειες και προτιμήσεις των ατόμων χωριστά, αλλά και σε ομάδες διαφόρων τύπων.

Η δομή του Διαδικτύου και της διασύνδεσης των πληροφοριών με υπερκειμενικό τρόπο διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των χρηστών του, θέτοντας τους όμως παράλληλα σε ένα πλαίσιο που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την ψηφιακή εκδοχή του πανοπτικού. Οι εξουσίες πάντοτε στήριζαν την ισχύ τους στη συλλογή πληροφοριών, έτσι ώστε να είναι σε θέση να ελέγχουν και να προλαβαίνουν τις κινήσεις και τις συμπεριφορές, τόσο των αντι- κείμενων, όσο και των υπο-κείμενων τους.

Σήμερα μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι οι μηχανισμοί εξουσίας διεισδύουν, τόσο κάθετα όσο και οριζόντια, όλο και περισσότερο, όλο και πιο αθόρυβα στις ατομικές και συλλογικές δράσεις των ανθρώπων. Οι πολιτικές πρακτικές της εποχής μας αποφεύγουν να αποκαλύπτουν την πραγματική φύση των διαδικασιών που οδήγησαν στη διατύπωσή τους.

Οι παρατηρήσεις και οι επισημάνσεις του Michel Foucault πάνω στα ζητήματα των εξουσιαστικών δομών και των πειθαρχικών μηχανισμών, καθώς και εκείνες του Gilles Deleuze πάνω στις κοινωνίες του ελέγχου μπορούν να αποτελέσουν ένα θεωρητικό/μεθοδολογικό εργαλείο διερεύνησης της ιστορίας και της εξέλιξης των φαινομένων αυτών και της ανάδυσης των υποκειμένων τους.

Έτσι θα γίνει μια προσέγγιση που έχει σαν πρώτο στόχο την εισχώρηση στην ιστορική και την κοινωνική πραγματικότητα των μετασχηματισμών που συνέβησαν στην σκέψη και την πολιτική πράξη της Δύσης από τα μέσα του 18ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας, και σαν επόμενο στόχο την επανατοποθέτηση, επί της εποχής της πληροφορίας και της παγκοσμιοποίησης, καθώς και της μορφής και των τρόπων με τους οποίους διαρθρώνεται και λειτουργεί η εξουσία στις μέρες μας.





















Πειθαρχία

Στο έργο του Επιτήρηση και Τιμωρία, που είναι η πρώτη ουσιαστικά γενεαλογική[6] ανάλυση του, ο Michel Foucault εξετάζει τους μετασχηματισμούς των μορφών τιμωρίας που συνδέονται με τη γέννηση της φυλακής. Ανατέμνει ακόμα τις σχέσεις ανάμεσα στην εξουσία, τη γνώση και το σώμα.
Αναλύει αφενός τις μορφές που χρησιμοποιούσε η εξουσία την κλασική εποχή, και μέχρι περίπου την Γαλλική Επανάσταση του 1789, για να καθυποτάξει τους υπηκόους της, και αφετέρου τις διαφορές που παρουσιάζονται στους κολαστικούς μηχανισμούς από εκεί και έπειτα.
Συγκρίνοντας τις μεθόδους τιμωρίας των δυο εποχών καταλήγει στο συμπέρασμα πως, ενώ στην κλασική εποχή η τιμωρία, βασισμένη στη θανάτωση και το βασανισμό, εστιαζόταν στο σώμα του εγκληματία και είχε δημόσιο και πανηγυρικό χαρακτήρα, στη συνέχεια με το πέρασμα στις πειθαρχικές πρακτικές αποφεύγει τη δαπανηρή και βίαιη αυτή σχέση, κατορθώνει δε με τη χρησιμοποίηση νέων μεθόδων να επιτύχει σε μεγαλύτερο βαθμό τους στόχους της.
Κατά την εποχή αυτή στηρίζεται κυρίως στη φυλάκιση του εγκληματία με τρόπο που είναι περισσότερο μυστικός, απομονωτικός, φαινομενικά πιο επιεικής και ταυτόχρονα πιο εξορθολογισμένος και επιστημονικά τεκμηριωμένος.
Ο στόχος μετατίθεται προς την αναμόρφωση και την κανονικοποίηση της συμπεριφοράς, έχει δηλαδή περισσότερο σχέση με την ψυχή απ’ ό, τι με το σώμα.
Ο βασανισμός, την κλασική εποχή, ή εποχή της κυριαρχίας, συνδεόταν με τον μοναρχικό νόμο και την ηγεμονική εξουσία. Η καταπάτηση του νόμου σήμαινε παραβίαση της θέλησης του ηγεμόνα και η τιμωρία ήταν υπερβολικά βίαιη.
Η τεχνική αυτή συσχέτιζε «το είδος του σωματικού πλήγματος, την ποιότητα, την ένταση, τη διάρκεια της οδύνης με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, την προσωπικότητα του εγκληματία, την κοινωνική τάξη των θυμάτων»[7]
Ο τελετουργικός χαρακτήρας των βασανιστηρίων αποτελούσε ένδειξη ηγεμονικής δύναμης, αλλά το θέαμα, ειδικά στην μορφή της εκτέλεσης, διαπιστώθηκε με την πάροδο του χρόνου ότι μπορούσε να προκαλέσει εξέγερση των μαζών και συνδέθηκε με πολιτικούς κινδύνους.
Οι ενδείξεις αλληλεγγύης και η διέγερση, όχι φόβου, αλλά αντίστασης από τον πληθυσμό, ανάγκασαν τους μεταρρυθμιστές τον 18ο αιώνα να επικρίνουν την υπερβολική βία και σταδιακά να καταργήσουν τις τελετουργίες αυτές.
Οι μεταρρυθμίσεις για τον Foucault αποτελούν μέρος μιας γενικής τάσης για μια δικαιοσύνη πιο ευέλικτη και επιδέξια, για μια πιο αυστηρή ποινική αστυνόμευση του κοινωνικού σώματος. Ο στόχος τους ήταν μια αποτελεσματικότερη, σταθερότερη, λεπτομερέστερη οικονομία της τιμωρίας.
«Η ιστορική στιγμή της πειθαρχίας είναι εκείνη όπου γεννιέται μια τέχνη του ανθρώπινου σώματος που δεν αποβλέπει μονάχα στην ανάπτυξη των ικανοτήτων του, ούτε στην επιβάρυνση της υποταγής του, αλλά το καθιστά τόσο πιο υπάκουο όσο και πιο χρήσιμο και αντίστροφα. Διαμορφώνεται τότε μια πολιτική καταναγκασμών, που συνίστανται στην επεξεργασία του σώματος, στον υπολογισμένο χειρισμό των στοιχείων του, των κινήσεών του, της συμπεριφοράς του…. Γεννιέται μια "πολιτική ανατομία " που είναι συγχρόνως μια μηχανική της εξουσίας: η πειθαρχία κατασκευάζει έτσι σώματα υποταγμένα και εξασκημένα, σώματα "πειθήνια"»[8]
Η παράβαση δεν θεωρείται πλέον πως στρέφεται ενάντια στη θέληση του ηγεμόνα αλλά ενάντια στην ίδια την κοινωνία και το μέλημα εκείνων που αποφασίζουν για την επιβολή της τιμωρίας είναι να προσδιορίσουν την κατάλληλη, ελάχιστη απαραίτητη τιμωρία για την αποτροπή της επανάληψης της παράβασης. Οι ποινές πρέπει να επιλέγονται επίσης με κριτήριο την επίδραση που ασκούν στο κοινωνικό σώμα. Η οικονομικά ιδανική ποινή είναι ελάχιστη για αυτόν που την υφίσταται και υπέρμετρη γι αυτόν που την φαντάζεται.

Με την εμφάνιση των πειθαρχικών τεχνικών έρχεται η στιγμή κατά την οποία πλήθος επιστημονικών μορφών λόγου θα αρχίσουν να διεισδύουν στην ποινική διαδικασία, εφόσον τότε απαιτείται η ταξινόμηση και η κατηγοριοποίηση των παρανομιών και των τιμωριών και η εξατομίκευση των ποινών.

Η πειθαρχία είναι μια πολιτική ανατομία της λεπτομέρειας, μια τεχνολογία της εξουσίας. Η δύναμη της είναι η ανάλυση[9]. Αυτός είναι ο λόγος που η πειθαρχία είναι η κυρίαρχη μορφή επιβολής σε μεγάλα σύνολα ατόμων.
Χρησιμοποιεί την τέχνη της κατανομής των ατόμων στον χώρο. «[...] Οργανώνοντας ¨κελιά¨, ¨θέσεις¨ και ¨σειρές¨, η πειθαρχία διαμορφώνει περίπλοκους χώρους: ταυτόχρονα αρχιτεκτονικούς, λειτουργικούς και ιεραρχικούς.... Ο πίνακας στον 18ο αιώνα, είναι τόσο μια τεχνική της εξουσίας, όσο και μια διαδικασία γνώσης»[10].
Ακόμα ελέγχει τις δράσεις με σκοπό να καθυποτάξει ακόμα και τις πιο εσωτερικές συμπεριφορές. Το ζητούμενο δεν είναι απλά η υπακοή στους θεσμοθετημένους κανόνες, αλλά και η συμμόρφωση του υποκειμένου προς την εκτέλεση της οδηγίας με έναν συγκεκριμένο τρόπο.
Επίσης οργανώνει τις λειτουργίες του οργανισμού, δηλαδή οργανώνει το σώμα σε ό,τι αφορά στον εσωτερικό του χρόνο και συνθέτει τις δυνάμεις συντονίζοντας τα σώματα, ώστε να επιτυγχάνεται το μέγιστο δυνατό κέρδος από τη δράση τους.
«Και για να τα πετύχει όλα αυτά η πειθαρχία κινητοποιεί τέσσερις σπουδαίες τεχνικές: φτιάχνει πίνακες, εντέλλεται γυμνάσια, επιβάλλει ασκήσεις και τέλος για να εξασφαλίσει τον συνδυασμό των δυνάμεων, σκαρώνει ¨τακτικές¨»[11].

Οι πειθαρχικές πρακτικές, έχουν λοιπόν να κάνουν με το σώμα του ατόμου, το οποίο πρέπει να εκπαιδεύεται και να επιτηρείται.
Μέσα από μια συστηματοποιημένη μεθοδολογία τιμωρητικών μηχανισμών η πειθαρχία προβαίνει σε πέντε διαφορετικές ενέργειες. Πρώτον, ανάγει τις πράξεις, τις επιδόσεις, τις ατομικές συμπεριφορές σε ένα σύνολο, που είναι ταυτόχρονα πεδίο σύγκρισης, χώρος διαφοροποίησης και θεμελιακή αρχή ενός κανόνα. Δεύτερον, διαφορίζει τα άτομα μεταξύ τους και σε συνάρτηση με τον γενικό κανόνα. Τρίτον, μετράει με ποσοτικούς και αξιακούς όρους, τις ικανότητες, το επίπεδο και τη φύση των ατόμων. Τέταρτον, χρησιμοποιεί το αξιολογικό αυτό μέτρο για να εξαναγκάσει σε μια συμμόρφωση που θα πρέπει να πραγματοποιηθεί. Και τέλος, χαράζει το όριο που θα προσδιορίσει τη διαφορά σε σχέση με όλες τις άλλες διαφορές, το εξωτερικό σύνορο του μη κανονικού[12]. Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι συγκρίνει, διαφορίζει, ιεραρχεί, εξομοιώνει, αποκλείει, δηλαδή κανονικοποιεί.

Ο Foucault υποστηρίζει πως οι πειθαρχικές τεχνικές που αρχικά αναπτύχθηκαν για την αντιμετώπιση των εγκληματικών φύσεων καθίστανται στη συνέχεια το πρότυπο για άλλους τόπους ελέγχου, όπως τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τα εργοστάσια, και κατά συνέπεια η πειθαρχία του εγκλεισμού διαποτίζει όλη τη σύγχρονη κοινωνία: «[…] το ψυχιατρικό άσυλο, το σωφρονιστήριο, το αναμορφωτήριο, το ίδρυμα επιτηρούμενης εκπαίδευσης και, ως ένα βαθμό, τα νοσοκομεία, γενικά όλες οι βαθμίδες ατομικού ελέγχου, λειτουργούν με διπλή μορφή: τη μορφή του δυαδικού διαμοιρασμού και του χαρακτηρισμού (τρελός-μη τρελός, επικίνδυνος-ακίνδυνος, φυσιολογικός-μη φυσιολογικός) και τη μορφή του καταναγκαστικού προσδιορισμού, της διαφορισμένης κατανομής (ποιος είναι, πού πρέπει να βρίσκεται, πώς μπορεί να χαρακτηρισθεί, πώς να αναγνωριστεί, πώς να ασκηθεί επάνω του -ατομικά– μια μόνιμη επιτήρηση, κλπ.)[13].

Ένα ερώτημα που προσπαθεί να απαντήσει ο Foucault στο μνημειώδες έργο του Επιτήρηση και Τιμωρία, είναι πώς ο ποινικός εγκλεισμός κατέληξε, μέσα σε ένα εξαιρετικά βραχύ χρονικό διάστημα, να αποτελέσει την κύρια, παραδειγματική μορφή τιμωρίας στις δυτικές κοινωνίες. Είναι γεγονός ότι το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, κατά το οποίο διαπιστώνουμε τη θριαμβευτική διάδοση αυτού του τρόπου τιμωρίας, έχουμε ήδη την καταγγελία των συνεπειών του: ξέρουν ήδη ότι η φυλακή εκτραχύνει τους φυλακισμένους και δυσχεραίνει την επανένταξή τους[14].
Η εντυπωσιακή αυτή ανάδυση του θεσμού της φυλακής συνδέεται αναμφίβολα με την ανάπτυξη της πειθαρχικής τεχνολογίας της εξουσίας και με τις σχετικές μορφές γνώσης για το άτομο. Ο Frederic Gros γράφει σχετικά: «[…] η φυλακή μπόρεσε να επιβληθεί ως η προφανής νέα τιμωρία μόνο γιατί είχε βαθιές ρίζες στη λογική των κοινωνιών μας….Η υποταγή των σωμάτων, ο έλεγχος των κινήσεων, η αρχή της εξουθενωτικής επιτήρησης, το εγχείρημα του σωφρονισμού των συμπεριφορών και της συμμόρφωσης των υπάρξεων με κανονιστικά πρότυπα, η συγκρότηση ενός σώματος χρήσιμου και προσαρτημένου στο εργαλείο παραγωγής, ο σχηματισμός της γνώσης σχετικά με αυτές τις ρυθμισμένες και υποταγμένες ατομικότητες (επιστήμες του ανθρώπου), όλο αυτό το σύνολο συμμετέχει σε μια εκτεταμένη και συνολική τακτική εξουσίας η οποία προοδευτικά εξαπλώνεται και εντατικοποιείται στις δυτικές κοινωνίες»[15].
Για τον Foucault είναι σημαντικό να γίνει κατανοητός ο ρόλος του θεσμού της φυλακής και ως ενός μηχανισμού ανάδειξης μιας παραβατικότητας συμβατής με τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Καθιστά σαφές πως ένα μέρος της χρησιμότητας του θεσμού αυτού είναι να παράγει ένα περιβάλλον εγκληματικότητας, να το ομογενοποιεί, να το ελέγχει.























Πανοπτικόν

Με την επικράτηση της πειθαρχικής εξουσίας, αναπτύσσεται μια ολόκληρη προβληματική, η προβληματική μιας αρχιτεκτονικής που σκοπός της δεν είναι μονάχα η επίδειξη ή επιτήρηση του εξωτερικού χώρου, αλλά κυρίως η συστηματοποίηση ενός εσωτερικού, σπονδυλωτού και λεπτομερειακού ελέγχου. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, κρίνεται απαραίτητη η ορατότητα όσων η αρχιτεκτονική αυτή περιβάλλει-εγκλείει εντός της. Έτσι συντελείται η μεταμόρφωση των ατόμων, η αναμόρφωση της προσωπικότητας μέσα από τη γνώση των χαρακτηριστικών της.

Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Foucault, «Η άσκηση της πειθαρχίας προϋποθέτει έναν μηχανισμό που εξαναγκάζει ακόμα και με μια και μόνη ματιά· μηχανισμό όπου οι τεχνικές οπτικής παρακολούθησης απολήγουν στην επιβολή εξουσίας, και όπου – αντίστροφα- τα μέσα καταναγκασμού καθιστούν απόλυτα ορατούς εκείνους που επιτηρούνται»[16].

Η μορφή της πειθαρχικής εξουσίας σχηματοποιείται ιδανικά μέσα από το Πανοπτικόν του Βρετανού φιλοσόφου του 18ου αιώνα Jeremy Bentham(1748-1832), μια αρχιτεκτονική πρόταση που έγινε το 1785 για τη μεγιστοποίηση του ελέγχου των φυλακισμένων με το ελάχιστο προσωπικό.

Παρόλο που το Πανοπτικόν δεν χρησιμοποιήθηκε τελικά με τη μορφή της φυλακής αποτέλεσε πρότυπο επίβλεψης για μια πληθώρα μαζικών χώρων εργασίας, εργοστασίων και ιδρυμάτων εκπαίδευσης, τόσο στην Αγγλία όσο και σε άλλες χώρες.
Για τον Foucault η ανάλυση του πανοπτισμού, έχει την χρησιμότητα της παρουσίασης ενός διαγράμματος λειτουργίας των πειθαρχικών τεχνικών.
Όπως διαβάζουμε στον Frederic Gros[17], για τον Foucault, το Πανοπτικόν δεν παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη αρχιτεκτονική, αλλά μάλλον συγκροτεί τη σαφή τυποποίηση της πειθαρχικής εξουσίας.
Η μελέτη της πειθαρχίας απαιτεί την περιγραφή των μηχανισμών της εξουσίας. Τότε η κανονικοποιημένη συμπεριφορά αναδεικνύεται ως προϊόν μιας ανώνυμης μηχανικής της εξουσίας[18].
Όχι μόνο εγκληματίες αλλά και μαθητές, ασθενείς, εργάτες, στρατιώτες, αγοραστές, αποτελούν, με ποικίλους τρόπους, υποκείμενο λειτουργιών πειθαρχικού χαρακτήρα και κανονιστικών κυρώσεων.
«Το πανοπτικό σχήμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί κάθε φορά που μπαίνει πρόβλημα να επιβληθεί σ’ ένα πλήθος ατόμων κάποιο καθήκον ή κάποια συμπεριφορά»[19].

Το σχήμα του Πανοπτικού είναι το εξής: περιφερειακά υπάρχει ένα οικοδόμημα με μορφή δακτυλίου και στο κέντρο του υπάρχει ένας πύργος με μεγάλα παράθυρα προσανατολισμένα προς το εσωτερικό του δακτυλίου. Το εξωτερικό, περιφερειακό κτήριο αποτελείται από κελιά, το πάχος των οποίων είναι ίσο με εκείνο του κτηρίου και στις δυο πλευρές τους, εσωτερική και εξωτερική έχουν παράθυρα, τα οποία επιτρέπουν στο φως να διαπερνά το κελί και να καθιστά τον έγκλειστο ανά πάσα στιγμή ορατό από τον επιτηρητή, που βρίσκεται στον πύργο. Το πανοπτικό σχήμα επιτρέπει έτσι την αδιάκοπη παρακολούθηση και την άμεση αναγνώριση καθιστώντας την ορατότητα μια παγίδα. Τα πλάγια τοιχώματα των κελιών εμποδίζουν τους εγκλείστους να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους κι έτσι διασφαλίζεται η τάξη. Το πλήθος διασπάται σε ένα άθροισμα χωριστών ατομικοτήτων, μια πολλαπλότητα αριθμήσιμη και ελέγξιμη Ο κρατούμενος μπορεί να γίνεται αντικείμενο παρατήρησης, αλλά ο ίδιος δεν βλέπει ούτε τον επιτηρητή του ούτε τους συγκρατούμενούς του, είναι δηλαδή αντικείμενο μιας πληροφόρησης, ποτέ υποκείμενο μιας επικοινωνίας[20].


«Το μείζον αποτέλεσμα του Πανοπτικού είναι, επομένως, το ακόλουθο: να υποβάλλει στον κρατούμενο μια συνειδητή και μόνιμη, σε βάρος του, κατάσταση ορατότητας, που εξασφαλίζει την αυτόματη λειτουργία της εξουσίας· να μονιμοποιεί τα αποτελέσματα της επιτήρησης, ακόμα κι αν αυτή είναι ασυνεχής στην άσκησή της· η τελειότητα της εξουσίας να τείνει στο να καθιστά περιττή τη συγκεκριμένη άσκησή της· το αρχιτεκτονικό τούτο συγκρότημα να είναι μια μηχανή για την εγκαθίδρυση και τη στήριξη ενός είδους εξουσίας ανεξάρτητης από εκείνον που την ασκεί· κοντολογίς, οι κρατούμενοι να παγιδεύονται και να υφίστανται μιαν εξουσία της οποίας οι ίδιοι είναι οι φορείς»[21].
Παρατηρούμε τη σημασία που δίνεται στην εσωτερίκευση της σχέσης επιτήρησης[22], και τον αυτοματοποιημένο τρόπο με τον οποίο η εξουσία επιβάλλεται, δίχως να είναι αναγκασμένη να προσφύγει στη βία. Το γεγονός ότι ο δεσμοφύλακας δεν είναι ορατός εμποδίζει την ταύτιση της με μια συγκεκριμένη ανθρώπινη μορφή, πράγμα που της προσδίδει την απαιτούμενη ανωνυμία, τον απαραίτητο αυτοματισμό.
«Μια πραγματική καθυπόταξη γεννιέται μηχανικά από μια πλασματική σχέση. Γι’ αυτό και δεν είναι ανάγκη να προστρέξει κανείς στη βία για ν’ αναγκάσει τον κατάδικο να δείχνει καλή συμπεριφορά, τον τρελό να μένει ήρεμος, τον εργάτη να εργάζεται, τον μαθητή να είναι επιμελής, τον άρρωστο ν’ ακολουθεί τις οδηγίες του γιατρού»[23].
Η διάταξη των κελιών, και ο συνολικός σχεδιασμός του Πανοπτικού, το καθιστούν ένα τέλειο εργαστήριο της εξουσίας, έναν προνομιούχο τόπο για την εφαρμογή πειραμάτων πάνω στους ανθρώπους και την ανάλυση των μεταβολών που θα μπορούσε κανείς να επιφέρει σ' αυτούς.
«[…] Στην πραγματικότητα, είναι ένας τύπος πολιτικής τεχνολογίας που μπορεί και πρέπει να διαχωρίζεται από κάθε εξειδικευμένη χρήση»[24].

Το πανοπτικό σχήμα δύναται να εφαρμοσθεί κάθε φορά που τίθεται ζήτημα επιβολής σε μια ομάδα ανθρώπων κάποιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Όπως λέει ο ίδιος ο Foucault: «[…] το πανοπτικό σχήμα είναι ένας ενισχυτής για οποιοδήποτε μηχανισμό εξουσίας: εξασφαλίζει την οικονομία του (σε υλικό, σε προσωπικό και σε χρόνο) εξασφαλίζει ακόμα την αποτελεσματικότητά του χάρη στον προληπτικό του χαρακτήρα, την αδιάλειπτη λειτουργία του και τους αυτόματους μηχανισμούς του…»[25]. Με τον τρόπο αυτόν η αποτελεσματικότητα του θεσμού που χρησιμοποιεί το πανοπτικό σχήμα καθίσταται εγγυημένη.

Ένα ακόμα στοιχείο είναι ότι μέσα από τον συγκεκριμένο μηχανισμό οποιοδήποτε μέλος της κοινωνίας, μπορεί να ασκεί επιτήρηση, να ελέγχει πως λειτουργούν τα σχολεία, τα εργοστάσια, τα νοσοκομεία, οι φυλακές, και όχι μόνο οι διορισμένοι ελεγκτές.

Η παραγωγική επαύξηση της εξουσίας δεν μπορεί να εξασφαλιστεί παρά μόνο αν υπάρχει, αφενός η δυνατότητα να ασκείται συνεχώς στο υπόβαθρο και στα πιο μικρά μόρια της κοινωνίας, και αφετέρου αν λειτουργεί χωρίς εκείνες τις αιφνίδιες, βίαιες, ασυνεχείς μορφές που συνδέονται με την άσκηση της κυριαρχίας. Ο πανοπτισμός είναι η γενική αρχή μιας νέας "πολιτικής ανατομίας", που αντικείμενο και σκοπός της δεν είναι οι σχέσεις κυριαρχίας αλλά οι σχέσεις πειθαρχίας[26].





















Εξουσία - Βιοπολιτική

Η κεντρική θέση που κατέχει στο έργο του Foucault η έννοια της εξουσίας, όπως και η σημασία που έχει η επικράτηση της βιοπολιτικής πάνω στα ανθρώπινα υποκείμενα, καταδεικνύουν με σαφήνεια την πολιτική σαν έναν από τους κεντρικούς, αν όχι τον πιο σημαντικό πυρήνα του θεωρητικού έργου του.

Ο ίδιος διατείνεται πως το γενικό θέμα των ερευνών του δεν είναι η εξουσία, αλλά το υποκείμενο, αλλά συνεχίζει λέγοντας πως οδηγήθηκε να ενδιαφερθεί από κοντά για το ζήτημα της εξουσίας[27]. Και αλλού: «[..]Ένα από τα καθήκοντα που μου φαίνεται περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο άμεσο και επιτακτικό είναι το εξής: θα πρέπει να δείξουμε και να ξεσκεπάσουμε, ακόμη και αν είναι κρυμμένες, όλες τις σχέσεις της πολιτικής εξουσίας οι οποίες ελέγχουν στην πραγματικότητα το κοινωνικό σώμα και το καταπιέζουν ή το καταστέλλουν»[28] .

Για τον Foucault, η εξουσία δεν αποτελεί μια ουσία, δηλαδή δεν είναι κάτι που μπορεί κάποιος να το κατέχει ως προνόμιο εις βάρος κάποιων άλλων. Δεν κατέχεται, αλλά ασκείται. Η εξουσία είναι μια σχέση, σχέση δυνάμεων. Δεν είναι στατική, είναι ένα δυναμικό φαινόμενο.

Πρόκειται μάλλον για πολλαπλά δίκτυα που διαπερνούν τις υπερβολικά συμπαγείς ταξικές αντιθέσεις και αποδεικνύονται μη αναγώγιμα στις απλές παραγωγικές σχέσεις. Υπάρχουν, εδώ ή εκεί, λιγότερο ή περισσότερο σύνθετοι κόμβοι εξουσίας, σε καμιά περίπτωση όμως η εξουσία δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένους θεσμούς ή μηχανισμούς, όπως το κράτος για παράδειγμα, γράφει ο Frederic Gros[29].

Ορίζοντας την εξουσία ο Foucault αναφέρει: «[…]Πράγματι, αυτό που ορίζει μια σχέση εξουσίας είναι ένας τρόπος δράσης που δεν ενεργεί ευθέως και άμεσα στους άλλους, αλλά ενεργεί πάνω στην ίδια τους τη δράση. Μια δράση πάνω στη δράση, πάνω σε ενδεχόμενες ή πραγματικές δράσεις, μελλοντικές ή παρούσες»[30]. Ακόμα αναφέρεται στην «δόμηση του ενδεχόμενου πεδίου δράσης των άλλων»[31], μια στρατηγική δηλαδή, μια οργάνωση τακτικών, πολιτικών ή όχι.

Τα υποκείμενα συνάπτουν σχέσεις μεταξύ τους και συνιστούν πεδία αλληλόδρασης, επομένως σχέσεις δυνάμεων αναπτύσσονται ανάμεσά τους. Σχέσεις εξουσίας πάνω στα πεδία δράσης τους.

Έτσι η σύγχρονη εξουσία συνιστά το τυχαίο αποτέλεσμα πολυάριθμων, μικρών ασύνδετων αιτιών. Άλλωστε η εξουσία «[…] πρέπει να αναλυθεί ως κάτι που κυκλοφορεί, η μάλλον ως κάτι που λειτουργεί με την μορφή μιας αλυσίδας […] Η εξουσία χρησιμοποιείται και ασκείται μέσω μιας οργάνωσης που μοιάζει με δίχτυ. Και τα άτομα όχι μόνο κυκλοφορούν ανάμεσα στα νήματά της, αλλά είναι πάντα στη θέση όπου συγχρόνως υφίστανται και ασκούν την εξουσία αυτή»[32].

Οι πρακτικές της νεοτερικής εξουσίας είναι οι πειθαρχικές πρακτικές. Η ιεραρχική επιτήρηση, η επιβολή της νόρμας, η διαφοροποίηση δηλαδή των ατόμων με βάση τις αξίες του καλού και του κακού και η εξέταση είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί. Η εξατομίκευση και η αυτοματοποίησή της είναι το όραμα της πειθαρχικής εξουσίας.

Οι μηχανισμοί γνώσης που στηρίζουν τις πειθαρχικές εξουσιαστικές δομές προέρχονται από την παράδοση του εξεταστικού ελέγχου. Ακριβώς σε αυτές τις τεχνικές του εξεταστικού ελέγχου στήριξαν οι επιστήμες του ανθρώπου τις μεθόδους με βάση τις οποίες αναπτύχθηκαν. «[…] Στον Foucault εξουσία και γνώση συγκροτούν ένα κοινό ιστορικό σύστημα: υπάρχει μια πραγματικότητα του πειθήνιου σώματος που αναγνωρίζεται ως αυθεντική και επικυρώνεται δια της αντικειμενοποίησης της εντός των γνώσεων· υπάρχει μια πραγματικότητα των γνώσεων των οποίων ο τομέας του αντικειμένου τους έχει διανοιχτεί από τις τεχνικές της εξουσίας»[33].

«Σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, αλλά βασικά σε κάθε κοινωνία, υπάρχουν πολυειδείς σχέσεις εξουσίας, οι οποίες διαπερνούν, χαρακτηρίζουν και συνιστούν το κοινωνικό σώμα, και αυτές οι σχέσεις εξουσίας δεν μπορούν από μόνες τους να εδραιωθούν, να σταθεροποιηθούν ούτε να τεθούν σε ισχύ χωρίς την παραγωγή, συσσώρευση, κυκλοφορία και λειτουργία ενός λόγου»[34].

Οι καταβολές της εξέτασης και της ανάκρισης, των θεμελιωτικών δηλαδή πρακτικών της επιστήμης και της γνώσης ανάγονται στην ποιμαντική εξουσία, μια παλιά τεχνική εξουσίας που γεννήθηκε μέσα στους χριστιανικούς θεσμούς και αργότερα ενσωματώθηκε από το νεοτερικό κράτος. Τα χαρακτηριστικά της ποιμαντικής εξουσίας συνοψίζονται από τον Foucault ως εξής:
« 1 Είναι μια μορφή εξουσίας της οποίας τελικός αντικειμενικός στόχος είναι να εξασφαλίσει τη σωτηρία των ατόμων στον άλλο κόσμο.
2 Η ποιμαντική εξουσία δεν είναι απλά μια μορφή εξουσίας που διατάζει· οφείλει επίσης να είναι έτοιμη να θυσιαστεί για τη ζωή και τη σωτηρία του ποιμνίου. Σ΄ αυτό διακρίνεται λοιπόν από την Υπέρτατη εξουσία που απαιτεί από τους υπηκόους να θυσιαστούν για να σώσουν το θρόνο.
3 Είναι μια μορφή εξουσίας που δεν μεριμνά μόνο για το σύνολο της κοινότητας, αλλά και για το κάθε άτομο χωριστά, για όλη του τη ζωή.
4 Τέλος, αυτή η μορφή εξουσίας δεν μπορεί να ασκείται χωρίς να γνωρίζει τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι των ανθρώπων, χωρίς να εξερευνά τις ψυχές τους, χωρίς να τους εξαναγκάζει να αποκαλύπτουν τα πιο ενδόμυχα μυστικά τους. Συνεπάγεται μια γνώση της συνείδησης και μια ικανότητα να τη διευθύνει»[35].

Η εμφάνιση της πειθαρχικής κοινωνίας σχετίζεται άμεσα και με τις μεγάλες ιστορικές μετακινήσεις των πληθυσμών και του πλούτου, και συνιστά μια νέα οικονομία της εξουσίας. Έτσι ενώ την εποχή της κυριαρχίας, την εποχή που δέσποζε η αρχή του ηγεμόνα η εξουσία συνδέθηκε με την ανάπτυξη του δικαίου, της παρακράτησης και της βίας στη συνέχεια, όλο και περισσότερο παρουσιάζει μια τάση απόσχισης από το νομικό στοιχείο και τον κολασμό, και σύνδεσης με την τεχνική και τον έλεγχο, που υπερβαίνουν το κράτος και τους μηχανισμούς. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι ο νόμος σβήνει ή ότι οι θεσμοί της δικαιοσύνης τείνουν προς εξαφάνιση, αλλά ότι ο νόμος λειτουργεί όλο και περισσότερο σαν κανόνας και ότι το δίκαιο εντάσσεται μέσα σε ένα συνεχές μηχανισμών με κύρια ρυθμιστικό πρόσωπο[36].

Είναι γεγονός πως με το καπιταλιστικό σύστημα η πειθαρχία ενσωματώνεται στους μηχανισμούς παραγωγής μεγιστοποιώντας τα αποτελέσματα της εξουσίας και βοηθώντας την να διεισδύσει πιο αθόρυβα και με συνέχεια στο κοινωνικό σώμα.[37] Είναι πλέον η εξουσία προορισμένη περισσότερο να παράγει δυνάμεις, να τις αυξάνει και να τις οργανώνει, παρά να τις αναχαιτίζει και να τις καταστρέφει.

«[…] Κι όμως ποτέ οι πόλεμοι δεν ήταν τόσο αιματηροί όσο από τον 19ο αιώνα και μετά, ποτέ τα καθεστώτα δεν είχαν επιβάλλει πάνω στους ίδιους τους πληθυσμούς τους παρόμοια ολοκαυτώματα…Οι πόλεμοι δεν γίνονται πια στο όνομα του άρχοντα που πρέπει να υπερασπίσουν· γίνονται στο όνομα της ύπαρξης όλων· ξεσηκώνουν ολόκληρους πληθυσμούς να αλληλοεξοντωθούν στο όνομα της ανάγκης τους να ζήσουν»[38], γράφει ο Foucault. Και συνεχίζει λέγοντας πως η αρχή του να μπορείς να σκοτώνεις για να μπορείς να ζήσεις, που υποβάσταζε την τακτική των μαχών, γίνεται αρχή στρατηγικής μεταξύ κρατών, αλλά η ύπαρξη για την οποία γίνεται πια λόγος δεν είναι πια η νομική ύπαρξη, της αυτοδιάθεσης, είναι η βιολογική ύπαρξη ενός πληθυσμού. Η εξουσία ασκείται πλέον στο επίπεδο της ζωής, του είδους, της φυλής και των μαζικών πληθυσμιακών φαινομένων, γίνεται δηλαδή βιοεξουσία και ασκείται σε βιοπολιτικό επίπεδο.

Από το 17ο αιώνα η εξουσία διαμορφώνεται από δύο πόλους, οι οποίοι δεν είναι αντιθετικοί. Ο ένας πόλος θέτει ως κέντρο του το σώμα σαν μηχανή: «το ντρεσάρισμα του, την αύξηση των ικανοτήτων του, την απόσπαση των δυνάμεων του, την παράλληλη ανάπτυξη της χρησιμότητας και της υπακοής του, την ένταξή του μέσα σε αποτελεσματικά και οικονομικά συστήματα ελέγχου»[39] Πρόκειται για μια ανατομικο-πολιτική του ανθρώπινου σώματος, την οποία εξασφαλίζουν οι διάφοροι επιστημονικοί κλάδοι.
Ο δεύτερος πόλος, σχηματιζόμενος περί τα μέσα του 18ου αιώνα, εστιάζεται στο σώμα- είδος, «το σώμα που διασχίζεται από τη μηχανική του ζώντος και που χρησιμεύει σαν στήριγμα στις βιολογικές διαδικασίες: πολλαπλασιασμός, γεννήσεις, και θνησιμότητα, επίπεδο υγείας.... η ανάληψή τους γίνεται με μία ολόκληρη σειρά από επεμβάσεις και ρυθμιστικούς ελέγχους: μία βιοπολιτική του πληθυσμού.» Χαρακτηρίζεται έτσι μια εξουσία, της οποίας η ανώτατη λειτουργία είναι να περιζώνει τη ζωή από άκρη σε άκρη. Για χιλιετηρίδες, σημειώνει ο Foucault, ο άνθρωπος παρέμεινε αυτό που ήταν για τον Αριστοτέλη: ένα ¨ζώον¨, που ήταν και ¨πολιτικόν¨· ο νεώτερος άνθρωπος είναι ένα ζώο που στην πολιτική του η ζωή του ως έμβιου όντος γίνεται συζητήσιμη[40].

Η έννοια της βιοπολιτικής είναι μια από τις σημαντικότερες θεωρητικές συνεισφορές του Foucault. Την περιγράφει ως ένα στοιχείο που στάθηκε απαραίτητο για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, «[…] ο οποίος δεν μπόρεσε να σιγουρευτεί παρά μόνο με τίμημα την ελεγχόμενη είσοδο των σωμάτων μέσα στον παραγωγικό μηχανισμό και με μια προσαρμογή των πληθυσμιακών φαινομένων στις οικονομικές διαδικασίες»[41].
Το παραπάνω στοιχείο καθώς και ένα πλήθος από συγγενούς χαρακτήρα ποιοτικά γνωρίσματα της εποχής μας, οδήγησαν αργότερα τον Gilles Deleuze στην διατύπωση του όρου ¨κοινωνίες του ελέγχου¨.




















Κοινωνίες του Ελέγχου

Τις πειθαρχικές κοινωνίες έρχονται στη συνέχεια να αντικαταστήσουν οι κοινωνίες του ελέγχου. Πάνω σε αυτή την υπόθεση του Foucault, ο Gilles Deleuze, πιάνοντας το νήμα της σκέψης του, διατείνεται πως οι κοινωνίες αυτές είναι οι κοινωνίες στις οποίες ζούμε σήμερα.[42] Διάφοροι θεσμοί και σχήματα που σηματοδοτούν τη μετάβαση από τον ένα τύπο κοινωνίας στον άλλο, μπορεί να θεωρηθεί πως παρέχουν νέες μορφές ελευθερίας. Μπορεί όμως να αποτελέσουν τμήματα των μηχανισμών ελέγχου που θα ανταγωνισθούν τις πιο σκληρές μορφές εγκλεισμού.

«Οι εγκλεισμοί είναι καλούπια, ευδιάκριτα προπλάσματα, ενώ οι έλεγχοι είναι ένας μετατονισμός, σαν ένα αυτοπαραμορφούμενο πρόπλασμα που αλλάζει συνεχώς από τη μια στιγμή στην άλλη, ή σαν κόσκινο του οποίου οι τρύπες διαφέρουν η μια από την άλλη.»[43]

Στις πειθαρχικές κοινωνίες υπάρχουν δυο πόλοι: η υπογραφή που υποδηλώνει το άτομο και ο αριθμός μητρώου που υποδηλώνει τη θέση του ατόμου σε μια μάζα. Έχουμε λοιπόν μια εξουσία ταυτόχρονα εξατομικευτική και μαζοποιητική. Οι πολίτες διαμορφώνονται ως μονάδες-άτομα και ως μονάδες-μέλη του κοινωνικού σώματος. Στις κοινωνίες του ελέγχου, αντίθετα, το ουσιώδες είναι ένα ψηφίο, μια λέξη-κλειδί, ένας κωδικός πρόσβασης. Η ψηφιακή γλώσσα του ελέγχου είναι φτιαγμένη από ψηφία που σηματοδοτούν την πρόσβαση στην πληροφορία ή την απόρριψη. «Τα άτομα δημιουργούνται από τις διαιρέσεις και οι μάζες από τα στατιστικά δείγματα, τα δεδομένα, τις αγορές ή τις τράπεζες πληροφοριών»[44].

Αν η πειθαρχία σχετιζόταν πάντοτε με το τυπωμένο νόμισμα και είχε για εξοπλισμό μηχανές ενέργειας, ο έλεγχος παραπέμπει σε κυμαινόμενες ισοτιμίες και χρησιμοποιεί μηχανές πληροφορικής και ηλεκτρονικούς υπολογιστές, γράφει ο Gilles Deleuze, και στη συνέχεια αναφέρει πως δεν μπορεί να υπάρξει μια τεχνολογική εξέλιξη χωρίς να συμβεί μια βαθιά μετάλλαξη του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός της μετανεωτερικής εποχής είναι αυτός της συγκέντρωσης, της ανώτερης τάξης της παραγωγής. Δεν είναι πια ένας καπιταλισμός για την παραγωγή, αλλά για το προϊόν, για την πώληση και την αγορά. Η επιχείρηση και όχι το εργοστάσιο είναι τώρα ο πρότυπος μηχανισμός βάσει του οποίου οργανώνεται ακόμα και η εκπαίδευση, το νοσοκομείο ίσως ακόμα και η φυλακή. Ο εγκλεισμός δίνει τη θέση του σε μια μορφή ελευθερίας, στην οποία κάθε στιγμή είναι δυνατός ο εντοπισμός της θέσης του υποκειμένου σε ένα ανοιχτό περιβάλλον.




























Ψηφιακό πανοπτικό

Μέσα από τη χρήση των νέων τεχνολογιών και στον βαθμό που έχουν επικρατήσει και με τους τρόπους διαμεσολάβησης που έχουν αναλάβει ανάμεσα στους πολίτες, αλλά και στους θεσμούς, γίνεται σαφώς αποδεκτή πραγματικότητα ό,τι αποτελούσε αντικείμενο κριτικής μέχρι σήμερα, δηλαδή η διαμόρφωση των κοινωνιών ελέγχου.
Όπως το Πανοπτικόν συνοψίζει τα χαρακτηριστικά των πειθαρχικών κοινωνιών, έτσι μπορούμε να θέσουμε μια αντιστοιχία ανάμεσα στο σύμπαν των νέων τεχνολογιών και τις κοινωνίες του ελέγχου. Λέγοντας σύμπαν των νέων τεχνολογιών, εννοούμε τα ΜΜΕ με αιχμή του δόρατος την τηλεόραση και το Διαδίκτυο, καθώς και τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας, ή πιο σωστά της διασκέδασης, που περιλαμβάνει τα παραπάνω, τον κινηματογράφο και άλλου τύπου εφαρμογές όπως τα video games. H συναρμογή παγκόσμιων και τοπικών αλληλοδράσεων μεταξύ των συστημάτων αυτών είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμά τους, δηλαδή το στοιχείο εκείνο που τους επιτρέπει να καθορίζουν τους τρόπους με τους οποίους συγκροτείται σχεδόν κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Εν ολίγοις, μπορούμε να πούμε ότι ο ψηφιακός κόσμος έχει επικρατήσει του αναλογικού και με την πάροδο του χρόνου προσκτώνται σε αυτόν όλο και περισσότερα πεδία που ανήκαν στο παρελθόν στον αναλογικό τρόπο σκέψης.

Γίνεται όλο και συχνότερα λόγος, όπως και εφαρμογή στην πράξη, για τις τεχνολογίες ανίχνευσης και επαλήθευσης της ταυτότητας. Για παράδειγμα η ανίχνευση της ίριδας, η επαλήθευση του δακτυλικού αποτυπώματος ενός χρήστη υπολογιστή, ή η ανίχνευση της παλάμης χρησιμοποιούνται με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση σε εταιρείες, σε δημόσιους χώρους, στη δημόσια διοίκηση, σε υπηρεσίες υγείας και εργασιακούς χώρους. Ο συνδυασμός βιολογικών, τεχνολογικών, κοινωνιολογικών και ψυχολογικών μεθόδων παρατήρησης, μέτρησης και καταστολής της συμπεριφοράς χρησιμεύει τόσο στην διαφήμιση, όσο και σε ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς για την δημιουργία στρατηγικών εδραίωσης των ελεγκτικών και εξουσιαστικών τους λειτουργιών.

Σε αντικατάσταση του ματιού του επιτηρητή του πανοπτικού, σπεύδει η κάμερα την οποία συναντάμε πλέον παντού, σε δρόμους, στα νοσοκομεία, στα πολυκαταστήματα, στις τράπεζες, στις εταιρίες, σε εισόδους πολυκατοικιών, στο Διαδίκτυο ή στα κινητά τηλέφωνα. Ορατή συνήθως, αλλά και αόρατη συχνά δημιουργεί ένα αίσθημα διαρκούς παρακολούθησης, έναν ασφυκτικό κλοιό επιτήρησης και ελέγχου.

Ταυτόχρονα αναπτύσσονται οι τεχνολογίες εντοπισμού της θέσης ενός οχήματος ή ενός ανθρώπου, ο όποίος φέρει μια αντίστοιχη συσκευή. Ο Paul Virilio αναφέρει σχετικά: «Μήπως δεν έχουν αποφασίσει πρόσφατα στη Γαλλία να φορεθεί στους κατάδικους που εκτίουν την ποινή τους ένα ηλεκτρονικό βραχιόλι, ένα Transponder που δίνει τη δυνατότητα να τους εντοπίζουμε μονίμως, αποφεύγοντας έτσι να παραφορτώσουμε κι άλλο τις ήδη παραγεμισμένες φυλακές; «Ανθρωπιστικές» τις ονομάζουν σήμερα αυτές τις καινοτόμους πρακτικές που θα επεκταθούν αύριο, χωρίς αμφιβολία, και σε άλλες κατηγορίες ανθρώπων που παρεκκλίνουν, που ξεφεύγουν από την νόρμα. Και τι να πούμε για το πάθος των μετα-βιομηχανικών επιχειρήσεων για το κινητό τηλέφωνο που επιτρέπει να καταργηθεί, για τους υπαλλήλους τους, η διάκριση ιδιωτικής ζωής και χρόνου εργασίας;»[45].

Ο κωδικός εισόδου αποτελεί καθημερινή συνήθεια στις κοινωνίες του ελέγχου, που πραγματοποιούν μέσω αυτού την διάχυση των ταυτοτήτων και οδηγούν στη αδυναμία συγκρότησης ενός εαυτού. Αυτό είναι βέβαια ένα φαινόμενο γενικότερο στη σύγχρονη σκέψη: «Στο θεωρητικό επίπεδο, η υπολογιστική σκέψη διείσδυσε ολοένα και βαθύτερα στα φαινόμενα. Αυτός ο τρόπος σκέψης διέλυσε τα φαινόμενα, τα οποία άρχισαν να προσκτώνται σταδιακά τη δομή της υπολογιστικής σκέψης. Τα φαινόμενα διασπάστηκαν σε σωματίδια στη φυσική, σε γονίδια στη βιολογία, σε στιγμιαία ερεθίσματα στην νευροφυσιολογία, σε φωνήματα στην γλωσσολογία, σε στοιχειώδεις πολιτισμικές ενότητες στην εθνολογία και σε στοιχειώδη ενεργήματα στην ψυχολογία. Δεν γίνεται λόγος πια για το καταγωγικό “εκτατό πράγμα”, αλλά για σμήνη σωματιδίων δομημένα ανά πεδίο» γράφει ο Vilem Flusser, και στη συνέχεια αναρωτιέται: «[…] μήπως τα πάντα μπορούν να ερμηνευθούν ως ψηφιακή φαινομενικότητα, ακόμα και εμείς οι ίδιοι;»[46].

Είναι γεγονός ότι έχει αναπτυχθεί ένα παγκόσμιας εμβέλειας δίκτυο, αποτελούμενο από επιμέρους δίκτυα που διαπλέκονται μεταξύ τους, για να καλύψει τις ανάγκες επίβλεψης όλο και μεγαλύτερων ανθρώπινων μαζών. Την δυνατότητα καταγραφής και ανά πάσα στιγμή χρησιμοποίησης όλων αυτών των στοιχείων, παρέχουν οι βάσεις δεδομένων, αναδιαμορφώνοντας για μία ακόμα φορά το υποκείμενο. Οι βάσεις δεδομένων συνδέουν σύμβολα ταυτοποίησης όπως αριθμούς κοινωνικής ασφάλισης, αρχεία εταιριών και προσώπων, πληρωμής φόρων, αρχεία των αγορών και άλλων συναλλαγών, ώστε να δημιουργείται μία εικόνα της νόμιμης συμμόρφωσης ή των αγοραστικών συνηθειών.

Με τον τρόπο αυτό τα άτομα προσομοιώνονται σε δυνητικές προσωπικότητες και η επιτήρησή τους δυνητικοποιείται με σκοπό να προβλέψει, να προλάβει, να καταστείλει παροντικά τις μελλοντικές συμπεριφορές. Το μέλλον και η εξέλιξη της προσωπικότητας προδικάζονται και η εξουσία μετατρέπεται σε έναν κβαντικοποιημένο μηχανισμό, που ενδιαφέρεται περισσότερο για την πρόληψη των βέβαιων συμπεριφορών παρά για τα αίτια τους, ή τις κοινωνικές συνθήκες από τις οποίες απορρέουν.

Με τη σύμπραξη και αλληλοδιαπλοκή όλων αυτών των τεχνολογιών επιτυγχάνεται η δημιουργία ενός συστήματος που επιτρέπει την αυτοματοποίηση και την αποατομίκευση της εξουσίας, όπως αναφέρει ο Foucault για το Πανοπτικόν με κάποια επιπλέον χαρακτηριστικά που ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα ελέγχου του υποκειμένου και συνιστούν το θρίαμβο του κυβερνητικού ελέγχου πάνω στον άνθρωπο.

Μια πρώτη και θεμελιώδης διαφορά είναι ότι ενώ στο Πανοπτικόν οι κρατούμενοι βρίσκονται αποκλεισμένοι ο ένας από τον άλλο και δεν τους επιτρέπεται η επικοινωνία[47], στο ψηφιακό ανάλογό του η επικοινωνία αποτελεί στόχο και προϋπόθεση του ελέγχου και της διαρκούς παρακολούθησης, ή τουλάχιστον της ανά πάσα στιγμή δυνητικής παρακολούθησης του υποκειμένου. Βέβαια η επικοινωνία για την οποία γίνεται λόγος είναι μια μορφή της διαμεσολαβούμενη από το εκάστοτε ψηφιακό μέσο.

Όλο και περισσότερες δυνατότητες παρέχονται στον χρήστη του διαδικτύου, της κινητής τηλεφωνίας ή της ψηφιακής τηλεόρασης. Διαθέτει ήχο και εικόνα στην διαρκώς αυξανόμενου θεάματος επικοινωνία, θυμίζοντας τα λεγόμενα του Guy Debord: «Η απόδιωξη της πράξης και η αντιδιαλεκτική ψευδής συνείδηση που τη συνοδεύει, ιδού τι επιβάλλεται σε κάθε ώρα του καθημερινού βίου του υποταγμένου στο θέαμα, που πρέπει να νοηθεί ως μια συστηματική οργάνωση της ‘έλλειψης ικανότητος προς συνάντηση’ και ως αντικατάστασή της από ένα παραισθητικό κοινωνικό γεγονός: την ψευδή συνείδηση της συνάντησης, την ‘ψευδαίσθηση της συνάντησης’. Σε μια κοινωνία όπου ουδείς είναι σε θέση να αναγνωρισθεί από τους άλλους, κάθε άτομο καθίσταται ανίκανο να αναγνωρίσει την ίδια του την πραγματικότητα. Η ιδεολογία είναι στο στοιχείο της, ο διαχωρισμός οικοδόμησε τον κόσμο του»[48].

Άλλο χαρακτηριστικό του ψηφιακού πανοπτικού είναι ότι δεν επιτηρεί μόνο αυτό, όπως γίνεται σε εκείνο του Bentham, αλλά ότι και ο χρήστης είναι σε θέση να το επιτηρεί με την έννοια ότι το βλέπει και εισέρχεται στους μηχανισμούς του, έρχεται δηλαδή σε άμεση επαφή με αυτούς.

Πρόκειται όμως για ένα σύστημα στο όποίο το υποκείμενο της παρατήρησης γίνεται δυνητικά αντικείμενο άλλης παρατήρησης, αρχικά επειδή αφήνει ίχνη της δραστηριότητάς του και έπειτα επειδή μπορεί το ίδιο να θέτει τον εαυτό του σε μια διαδικασία εκούσιας έκθεσης, όπως για παράδειγμα κάνουν οι παίκτες ενός τηλε-ριάλιτι ή κάποιοι χρήστες του Διαδικτύου μέσα από τις web-κάμερες, τις προσωπικές τους ιστοσελίδες ή τα blogs.

Αναπτύσσεται με αυτόν τον τρόπο ένα πολύμορφο πλέγμα σχέσεων μέσα στο οποίο το υποκείμενο είναι φορέας αλλά και αποδέκτης των μηχανισμών ελέγχου. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι αυτό συμβαίνει με δική του πρωτοβουλία, γεγονός που αποτελεί άλλο ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νέου πανοπτικού μηχανισμού θυμίζοντας την προφητική θέση του Aldous Huxley: «Από τη δεκαετία του ’40, ο Aldous Huxley προαισθανόταν ότι ένα ολοκληρωτικό καθεστώς πραγματικά αποτελεσματικό θα ήταν εκείνο στο οποίο η πανίσχυρη εκτελεστική επιτροπή των πολιτικών αρχηγών και ο στρατός των διευθυντών της θα εξουσίαζαν έναν πληθυσμό σκλάβων, στον οποίο δεν θα χρειαζόταν να θέσουν κανέναν περιορισμό, αφού θα αγαπούσε την υποδούλωσή του»[49].

Μια ακόμα διαφορά ανάμεσα στις πειθαρχικές κοινωνίες και εκείνες του ελέγχου είναι ότι, ενώ στις πρώτες η πειθαρχία ήταν μακράς διαρκείας, αέναη και ασυνεχής, στις δεύτερες ο έλεγχος είναι βραχυπρόθεσμος και σε ταχεία περιστροφή, συνεχής και απεριόριστος. Ο άνθρωπος δεν είναι πια ο έγκλειστος άνθρωπος, αλλά ο άνθρωπος χρεώστης.[50] Ο χώρος εγκλεισμού δίνει τη θέση του στο σύνολο του κοινωνικού χώρου και ο εγκληματίας-επιτηρούμενος στον κάθε πολίτη.

Το γεγονός ότι ο χρήστης μιας τεχνολογίας δεν μπορεί να είναι σίγουρος εάν τον βλέπουν, τον ακούν ή διαβάζουν τα κείμενά του, τον οδηγεί σε μια πειθαρχημένη συμπεριφορά. Δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι συμβαίνει σε κάποιες βάσεις δεδομένων που μπορεί να βρίσκονται σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη ή στο κέντρο που ελέγχει τις δημόσιες κάμερες, εν ολίγοις στον κεντρικό πύργο του νέου πανοπτικού. Επομένως εσωτερικεύει τους κανόνες λειτουργίας του ελέγχου, θέτει τον εαυτό του σε καθεστώς αυτολογοκρισίας, μαθαίνει να επιτηρεί ο ίδιος τον εαυτό του διαρκώς. Αυτομάτως η τόσο προβεβλημένη «επικοινωνία» καθίσταται προβληματική ως προς την ουσία της, ανελεύθερη ως προς το περιεχόμενό της, μένοντας πάντοτε υπό ελευθερία κίνησης και ύπαρξης.

Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πειθαρχική αρχιτεκτονική κατασκευή του Πανοπτικού αποτελεί ένα σταθερό και αμετακίνητο σχήμα, σε αντίθεση με το τεχνολογικό περιβάλλον που αλλάζει συνεχώς, βασίζεται σε ροές δεδομένων, πληροφοριών, συμβόλων. Όσο εκείνες θα αυξάνονται σε όγκο τόσο θα αυξάνεται και ο κυβερνητικός, ο αυτόματος έλεγχος.




Επίλογος

Μέσα στο περιβάλλον που δημιουργούν τα τεχνολογικά μέσα παρατηρείται το εξής γεγονός: ο άνθρωπος κινείται, σκέφτεται και πράττει με βάση την πραγματικότητα που του δημιουργούν τα μέσα, εκλαμβάνει τις αποφάνσεις τους ως αληθινές και εισέρχεται σε πλήρως κατασκευασμένα κανονιστικά σχήματα.

«Στην πραγματικότητα είναι μια πασίγνωστη υπόθεση: ο άνθρωπος παράγει εργαλεία χρησιμοποιώντας τον εαυτό του ως πρότυπο της παραγωγής τους, μέχρις ότου η κατάσταση αντιστρέφεται και χρησιμοποιεί πλέον τα εργαλεία σαν πρότυπο για τον εαυτό του, την κοινωνία και τον κόσμο. Αυτή είναι η περίφημη αποξένωση του ανθρώπου από τα δικά του εργαλεία»[51].

Η επιβεβαίωση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από τεχνολογικούς μηχανισμούς προβάλλεται ως πραγματική ανάγκη. Είναι χαρακτηριστικό το σύνθημα blogo ergo sum, κατά το cogito ergo sum του Καρτέσιου[52].

Είναι όμως επίσης γνωστό ότι εκείνοι που λαμβάνουν τις αποφάσεις και θέτουν τους όρους και τους κανόνες, επιδιώκουν την έκπτωση της πολιτικής και την μετατροπή της σε απλή εικόνα, την έκπτωση της αισθητικής και την μετατροπή της σε θέαμα και την έκπτωση της σκέψης μέσα από την επανάληψη μηνυμάτων κενών περιεχομένου.

Η κοινωνία της πληροφορίας και της παγκόσμιας οικονομίας δημιουργεί μια νέου τύπου περιθωριοποίηση και ανισότητα με βάση την πρόσβαση στις πληροφορίες, το Διαδίκτυο και την τεχνολογία, εξακολουθούν όμως να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για το ξεπέρασμα της κατάστασης αυτής.

Σίγουρα υπάρχουν οι θετικές πλευρές της νέας τεχνολογίας, όπως η τηλεϊατρική, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση, η πρόσβαση σε χρήσιμες πληροφορίες παντός είδους, η δυνατότητα οργάνωσης συλλογικών δράσεων και η επικοινωνία. Για να γίνει όμως σωστή και επωφελής χρήση των δυνατοτήτων αυτών χρειάζεται κριτικό πνεύμα, διεκδίκηση της ανθρώπινης ελευθερίας και της πνευματικότητας.

Εφόσον λειτουργούμε όλοι μέσα στο δεδομένο πλαίσιο, το οποίο με κυβερνητικό, αυτοματοποιημένο τρόπο ταξινομεί, κανονικοποιεί και ελέγχει κάθε είδους δράση, μετατρέποντας την σε εμπορικό προϊόν, το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να γνωρίζουμε πώς διαρθρώνεται αυτό το δίκτυο σχέσεων και εξουσιαστικών μηχανισμών.





































Βιβλιογραφία

Agamben Giorgio, Homo Sacer, Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, Scripta, Αθήνα 2005.
Arnheim Rudolf, Εντροπία και Τέχνη, university studio press, Θεσσαλονίκη 2003
Baudrillard Jean, Η έκσταση της επικοινωνίας, Καρδαμίτσα, 1991.
Benjamin Walter, Δοκίμια για την τέχνη, (μτφ) Δ.Κούρτοβικ, Κάλβος, Αθήνα1978.
Chomsky Noam, Τα ΜΜΕ ως όργανο κοινωνικού ελέγχου και επιβολής, Ελεύθερος Τύπος,
Debord Guy, Η κοινωνία του θεάματος, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2000.
Deleuze Gilles, Η κοινωνία του ελέγχου, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2001.
Deleuze Gilles, Φουκώ, (μτφ) Τ. Μπέτζελος, Πλέθρον, Αθήνα 2005.
Enzensberger Hans Magnus, Για μια θεωρία των μέσων επικοινωνίας, Επίκουρος, Αθήνα 1981.
Flusser Vilem, Η Γραφή, Ποταμός, Αθήνα 2003.
Flusser Vilem, Προς μια φιλοσοφία της φωτογραφίας, Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη 1998.
Flusser Vilem, Η ψηφιακή φαινομενικότητα, (μτφ) Δ. Καββαθάς.
Foucault Michel, Επιτήρηση και τιμωρία, Η γέννηση της φυλακής, (μτφ).Κ. Χατζηδήμου, Ι.Ράλλη, Ράππα, Αθήνα 1989.
Foucault Michel, Η μικροφυσική της εξουσίας, (μτφ) Λ. Τρουλινού, Ύψιλον, Αθήνα1991.
Foucault Michel, Ιστορία της Σεξουαλικότητας, 1 Η δίψα της γνώσης, Κέδρος, Αθήνα 1978.
Gros Frederic, Μισελ Φουκό, (μτφ) Άντα Κλαμπατσέα, Νήσος, Αθήνα 2007.
Gutting Gary, Φουκώ , Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006.
Huxley Aldous, Θαυμαστός καινούριος κόσμος, Κάκτος, Αθήνα 1980.
Huxley Aldous, Μετά τα πυροτεχνήματα, Ηριδανός, Αθήνα
Lévy Pierre, Δυνητική Πραγματικότητα, Κριτική, Αθήνα 1999.
Paquot Thierry, Η ουτοπία ή το παγιδευμένο ιδεώδες, (μτφ)Δ. Δημουλάς, Scripta,Αθήνα 1998.
Ramonet Ignacio, Σιωπηρή προπαγάνδα, (μτφ) Β. Καϊμάκη, Πόλις, Αθήνα 2001.
Ramonet Ignacio, Η τυραννία των ΜΜΕ, (μτφ) Φ. Μουρκούση, Πόλις, Αθήνα 1999.
Sontag Susan, Παρατηρώντας τον πόνο των άλλων, Scripta, Αθήνα 2003.
Virilio Paul, Η διαδικασία της σιωπής, Νησίδες, Θεσσαλονίκη.
Virilio Paul, Η πληροφορική βόμβα, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2000.
Virilio Paul, Καθαρός πόλεμος, Νησίδες, Θεσσαλονίκη.
Virilio Paul, Πόλεμος και κινηματογράφος, Μεταίχμιο, Αθήνα 2001.
Zizek Slavoj Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού!, SCRIPTA, Αθήνα 2003.
Δασκαλοθανάσης Νίκος, Ο καλλιτέχνης ως ιστορικό υποκείμενο από τον 19ο στον 21ο αιώνα, Άγρα, Αθήνα 2004.Σκαρπέλος Γιάννης, Terra Virtualis- Η κατασκευή του κυβερνοχώρου, Νεφέλη, Αθήνα1999.
[1] Γιάννης Σκαρπέλος, Terra Virtualis- Η κατασκευή του κυβερνοχώρου, Αθήνα, Νεφέλη, 1999, σ. 61.
[2] Vilem Flusser, «Η ψηφιακή φαινομενικότητα», σε ανέκδοτη μτφρ. του Διονύση Καββαθά.

[3]Ignacio Ramonet, Η τυραννία των ΜΜΕ, Αθήνα, Πόλις, 1999, σ. 52.
[4] Pierre Lévy, Δυνητική Πραγματικότητα, Αθήνα, Κριτική, 1999, σ. 61.


[5] Pierre Lévy, ό.π., σ. 166-167.
[6] Ο όρος«γενεαλογία» είναι βέβαια δανεισμένος από τον Νίτσε. Για τον γενεαλόγο, όπως προσδιορίζεται η αποστολή του από τον Νίτσε, είναι δύο ολότελα ξεχωριστά πράγματα το γενετικό αίτιο ενός πράγματος και η τελική τουχρησιμότητα μέσα σ’ ένα σύστημα σκοπών.- Ν.Κουράκης: Η ποινική καταστολή στο έργο του Φουκώ.
[7] Michel Foucault, ό.π, σ. 49.
[8] Michel Foucault, ό.π., σ.184

[9] «Ενάντια στον λοιμό που είναι σμίξιμο, η πειθαρχία κάνει χρήση της δύναμής της που είναι η ανάλυση». M. Foucault, ό.π., σ. 262
[10] M. Foucault, ό.π., σ.196-197
[11] M. Foucault, ό.π., σ.219
[12] Michel Foucault, ό.π, σ. 242
[13] Michel Foucault, ό.π, σ. 264.
[14] Frederic Gros, Μισελ Φουκό, (μτφ) Άντα Κλαμπατσέα, Νήσος, Αθήνα , σ.82
[15] Frederic Gros, ό.π.,σ.84
[16] M. Foucault, ό.π., σ. 228
[17] Frederic Gros, ό.π.,σ.112
[18] Frederic Gros ό.π., σ.90.
[19] M. Foucault, ό.π., σ. 272
[20] M. Foucault, ό.π., σ. 265.
[21] Μ. Foucault, ό.π., σ. 266.
[22] «Το άτομο που καθυποβάλλεται σ’ ένα πεδίο ορατότητας και που το ξέρει, επωμίζεται το ίδιο τους καταναγκασμούς της εξουσίας· τους προσαρμόζει αυθόρμητα στον εαυτό του· δέχεται μέσα του τη σχέση εξουσίας όπου παίζει ταυτόχρονα και τους δύο ρόλους· γίνεται η βάση της ίδιας του της καθυπόταξης.» Μ. Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρία, ό.π., σ. 268.
[23] M. Foucault, Επιτήρηση και τιμωρία, ό.π., σ. 268.
[24] M. Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρία, ό.π., σ. 271.
[25] M. Foucault, ό.π., σελ. 272.
[26] M. Foucault, ό.π., σελ. 275.
[27] Μ. Foucault, Η μικροφυσική της εξουσίας, ό.π., σ. 76
[28] Μ. Foucault, ό.π., σ. 43.
[29] Frederic Gros ό.π., σ.95
[30] Μ. Foucault, ό.π., σ. 91

[31] Μ. Foucault, ό.π., σ.93
[32] Μ. Foucault, ό.π σ. 107.
[33] Frederic Gros ό.π., σ.88

[34] M. Foucault, ό.π., σ.101
[35] M. Foucault, ό.π., σ.83
[36] M. Foucault, Ιστορία της Σεξουαλικότητας, 1 Η δίψα της γνώσης, Κέδρος, Αθήνα , σ.176-177
[37] βλ.Frederic Gros ό.π., σ.93
[38] M. Foucault, ό.π., σ.168
[39] M. Foucault, ό.π., σ.170
[40] M. Foucault, ό.π., σ.175
[41] M. Foucault, ό.π., σ.172
[42]Gilles Deleuze, Η κοινωνία του ελέγχου, Αθήνα, Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2001.
[43] Gilles Deleuze, ό.π., σ. 11.
[44] Gilles Deleuze, ό.π.,.σ. 12.
[45] Paul Virilio, Η πληροφορική βόμβα, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2000, σ. 68.
[46] Vilem Flusser, Η ψηφιακή φαινομενικότητα, ό.π.
[47] M. Foucault, Επιτήρηση και τιμωρία, ό.π., σ. 265: «..Ο καθένας στη θέση του, διπλοκλειδωμένος σε ένα κελλί, καταντίκρυ στον επιτηρητή ΄ όμως τα πλάγια τοιχώματα τον εμποδίζουν να έρχεται σε επαφή με τους συντρόφους του. Τον βλέπουν, αλλά δεν βλέπει ΄ είναι αντικείμενο μιας πληροφόρησης, ποτέ υποκείμενο μιας επικοινωνίας».
[48] Guy Debord, Η κοινωνία του θεάματος, Αθήνα, Διεθνής Βιβλιοθήκη, 2000, σ. 168.
[49] Ignacio Ramonet, Σιωπηρή προπαγάνδα, Αθήνα, Πόλις, 2001, σ. 21.

[50] Gilles Deleuze, Η κοινωνία του ελέγχου, ό.π., σ. 14.
[51] Vilem Flusser, Προς μια φιλοσοφία της φωτογραφίας, Θεσσαλονίκη, Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, 1998, σ. 70.
[52] Cogito ergo sum: «Σκέπτομαι άρα υπάρχω».
KANE KLIKKKK παλαιοτερες αναρτησεις

GALLERY ΕΠΙΛΟΓΗ-ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΤΕΧΝΗΣ ΜΕ ΑΠΟΨΗ

GALLERY ΕΠΙΛΟΓΗ-ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΤΕΧΝΗΣ ΜΕ ΑΠΟΨΗ GALLERY ΕΠΙΛΟΓΗ-ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΤΕΧΝΗΣ ΜΕ ΑΠΟΨΗ