ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 2010-11

KLIKKKKKKKKKKKKKKK

EUROART PRESS 1: ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 2010-11 ART-ACT

art-act THE NEW PLAN 2010-11

http://2010-2011-programa-art-act.blogspot.com/
ALL THE SELECTED DATA COME FROM INFORMATIONAL E-MAILS (BY ARTISTS AND GALLERIES) TO THE EUROART PRESS.


MATERIAL SELECTION IS UNDER THE EDITORSHIP OF CHRISTOS THEOFILIS.


YOU CAN SEND PHOTO AND INFORMATION OF YOUR EXHIBITION TO ART-ACT@TELLAS.GR AND IF IT IS CHOSEN,ΙΤ WILL BE POSTED IN EUROART PRESS.
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ 'E-MAIL' GALLERY - ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ - ΕΝΤΥΠΩΝ ΤΕΧΝΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ EUROART PRESS
ΣΤΕΙΛΤΕ ΣΤΟART-ACT@TELLAS.GR ΤΙΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΣΑΣ ΦΩΤΟ. ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝ ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ ΘΑ ΑΝΑΡΤΗΘΟΥΝ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΛΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗ ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗΣ



[Π. ΓΕΝ.ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ο.Σ.Δ.Ε.Ε.Τ.Ε./ Π.ΤΑΜΙΑΣ ΤΟΥ Ε.Ε.Τ.Ε. / ΜΕΛΟΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ Π.Ε.Λ. / ΜΕΛΟΣ A.I.C.L. ASSOCIATION INTERNATIONALE DE LA CRITIQUE LITTERAIRE /ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΝ/ επιμελητής της στήλης 'αυτοπροσδιορισμοί' των σελίδων γράμματα - τέχνες - εικαστικά της εφημερίδας 'η αυγή' και συνεργάτης του περιοδικού ΄Culture΄ της εφημερίδας ‘’ο κόσμος του επενδυτή’’]


Διαβάστε με το ποντίκι, THN ΣΤΗΛΗ 'ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ' ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ' Η ΑΥΓΗ '

Διαβάστε με το ποντίκι, THN ΣΤΗΛΗ 'ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ' ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ' Η ΑΥΓΗ '

'ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ'

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΑΠΟΨΗΣ.
Η ΣΤΗΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΩΣ ΚΕΛΥΦΟΣ ΛΟΓΟΥ – ΟΡΑΜΑΤΟΣ - ΠΡΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ-ΧΡΟΝΟΥ ΠΟΥ ΔΡΑ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ.
ΟΙ ‘ΣΥΝΔΑΙΤΥΜΟΝΕΣ ‘ ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΟ ΟΧΗΜΑ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΓΙΑ ΑΝΟΙΧΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ.ΠΡΟΤΑΣΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΧΡΗΣΤΟΣ Ν. ΘΕΟΦΙΛΗΣ art-act@tellas.gr



11/03/2009 Χαράλαμπος Δαραδήμος ΟΣΔΕΕΤΕ http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=440930


25/03/2009 Γιάννα Γραμματοπούλου ΠΣΑΤ http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=440929

08/04/2009 Μαρία Μαραγκού Eλληνικό τμήμα της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης, (ΑICA) http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=445553

15/04/2009 ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΡΦΑΡΑΣ http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=441565

22/04/2009 ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΥΠΑΡΑΚΗΣ http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=441564

06/05/2009 Μανώλης Ζαχαριουδάκης http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=441563

20/05/2009 ΞΕΝΗΣ ΣΑΧΙΝΗΣ http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=441561

Ημερομηνία δημοσίευσης: 03/06/2009 Αννα Χατζηγιαννάκη http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=463805

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ Ημερομηνία δημοσίευσης: 17/06/2009 http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=468143

ΡΟΓΚΑΚΟΣ ΜΕΓΑΚΛΗΣ http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=492005

ΑΓΡΑΦΙΩΤΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=493924


ΗΛΙΑΣ ΧΑΡΙΣΗΣ Ημερομηνία δημοσίευσης: 07/10/2009 http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=496002

Αναγνώστες

klikk Αναγνώστες για αμεση ενημερωση

klikk   Αναγνώστες  για αμεση ενημερωση

ΚΑΝΕ ΚΛΙΚ ΣTA BLOGSPOTS TOY ΑRT-ACT@TELLAS.GR

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

vassia karabelias [vassia45@gmail.com] Fwd: ART-ACT GALLERY ANNOUNCEMENT: POST YOUR EXHIBITION'S & ARTWORK INFO. vous a envoyι un message sur Fa...

Ο Μιχάλης Κατζουράκης μιλάει για τα WINDOWS
με τη Βάσια Καρκαγιάννη – Καραμπελιά

(…) Il n’y a qu’une fenêtre fermée, avec le monde entier au dehors ;
Ainsi qu’un rêve de ce qui pourrait être vu si la fenêtre s’ouvrait,
Et qui n’est jamais ce qui est vu lorsque s’ouvre la fenêtre.

(Μόνο ένα παράθυρο ανοιχτό, κι ο κόσμος όλος έξω·
Σαν ένα όνειρο αυτού που θα μπορούσε να φανεί αν το παράθυρο άνοιγε,
Και που ποτέ δεν είναι αυτό που φαίνεται σαν το παράθυρο ανοίξει .)


Fernando Pessoa, Poèmes non assemblés, La Pléiade, 2001..



B.Κ. Αν αρχίζαμε από τον τίτλο;

M.Κ. Ο τίτλος είναι Windows, δηλαδή Παράθυρα. Είναι λογοπαίγνιο, γιατί το θέμα είναι τα παράθυρα, αλλά στις μέρες μας, που τόσος λόγος γίνεται για τα ψηφιακά πράγματα και τα γνωστά windows, μου άρεσε η σύνδεση με έναν σύγχρονο όρο, χωρίς καμία πραγματική φυσικά σχέση.

Παράθυρα και ανοίγματα υπάρχουν στη δουλειά μου από πολλά χρόνια, από τη δεκαετία του ΄70. Ωστόσο η πρώτη φορά που εμφανίστηκε αυτός το τίτλος ήταν όταν έκανα μιαν έκθεση με φωτογραφίες από παράθυρα βιτρινών στο Βερολίνο το 1998. Είχα εκθέσει τότε στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού αυτή τη σειρά από μεγάλα έργα 2,70μ. επί 1,30μ.μ’ αυτόν ακριβώς τον τίτλο. Μάλιστα, μπροστά στην πλατεία Wittenberg, είχα εγκαταστήσει ένα μεγάλο γλυπτό, το Incontri II, από ανοξείδωτο χάλυβα και από την άλλη μεριά της πλατείας ο Γιώργος Ζογγολόπουλος είχε το δικό του Tel Neant, ύψους 15μ.
Έκτοτε λοιπόν, κάθε φορά που έκανα μιαν παρόμοια σειρά, χρησιμοποιούσα τον ίδιο τίτλο με την προσθήκη της χρονιάς: Windows ‘98, μετά Windows 2000, 2001, κλπ, κάπως όπως συμβαίνει και με τα προγράμματα στους υπολογιστές.

Β.Κ. Και τώρα, τι σχέση έχει η δουλειά που εκθέτεις με τα παλαιότερα;

Μ.Κ.Τα παλαιότερα ήταν φωτογραφίες από βιτρίνες μαγαζιών, που όταν γίνονται εργασίες κατασκευής, βάφουν τα τζάμια για να μην φαίνεται το εσωτερικό τους. Υπάρχει λοιπόν μια γραφή και ένα σχέδιο τυχαίο από κάποιον ανώνυμο μάστορα, χωρίς καλλιτεχνική πρόθεση, που έγω όμως βρίσκω να έχει κάποιες φορές ενδιαφέρον, όπως και η εξέλιξή τους, σβησίματα, επιχρωματισμοί κ.ά.
Τώρα εκθέτω φωτογραφίες από παράθυρα ερειπωμένων σπιτιών, φωτογραφίες που έχουν δικές μου επεμβάσεις ζωγραφικές ή κολάζ. Είναι γενικά έργα με μικρότερο μέγεθος.

Β.Κ. Ξέρεις - γιατί τό’ χουμε συζητήσει ξανά – οτι όταν πρωτοείδα κάποια έργα αυτής της σειράς, μου έκαναν μεγάλη εντύπωση γιατί νόμιζα πώς επρόκειτο για δική σου χειρονομιακή ζωγραφική! Γνωρίζοντας δε τις αντιλήψεις σου για την “καθαρή φόρμα”, την αφηρημένη γεωμετρία, την οπτική και κινητική τέχνη, απορούσα… Και βέβαια μου απάντησες πώς έκανα λάθος και είναι μια συνέχεια της όλης δουλειάς σου, ίσως αυτή τη φορά πιο κοντά στη λογική του “objet trouvé”(του ανεβρεθέντος αντικειμένου*).

M.Κ. Απλώς εδώ πρόκειται για...ζωγραφική trouvée! Γιατί το ερέθισμα έρχεται από το περιβάλλον, το δομημένο περιβάλλον, εκείνο όμως που έχει αποτυπώσει ίχνη μιας περασμένης ζωής, ερειπωμένοι τοίχοι, κατεστραμένες μεσοτοιχίες, σφραγισμένες πόρτες ή παράθυρα από εγκαταλειμένα κτίρια κ.ά. Σε παλιότερα έργα αυτό δεν φαινόταν, δεν ήταν τουλάχιστον εύκολα αναγνωρίσημο, τώρα όμως σε αυτά τα έργα μεταχειρίζομαι σχεδόν αυτούσια την πρώτη «ύλη», που στη δουλειά μου είναι οι φωτογραφίες που βγάζω ή αν θέλεις οι φωτογραφικές σημειώσεις που κρατώ, αντί για σχέδια, από τις εικόνες του περιβάλλοντος.

Β.Κ. Κάνεις δηλαδή αυτό που, αν δεν κάνω λάθος, ανέκαθεν σε απασχολούσε, παράλληλα με τις όποιες άλλες εικαστικές έρευνες - η ιδιοποίηση του πραγματικού . Ας σημειώσουμε όμως εδώ, βέβαια, οτι υπάρχει απόσταση απο τα ready made του Marcel Duchamps και των συν αυτώ, όχι όμως τόσο από τους Γάλλους Νεορεαλιστές των ετών ’60, γύρω απο τον Pierre Restany και την ομάδα του, στο μέτρο που και σε σένα, όπως στον Νεορεαλισμό - ή ακόμα και στην Ποπ - έχουμε μιά καινούργια πραγματικότητα που προέρχεται απο τόν αστικό χώρο,( το ‘δομημένο περιβάλλον’, όπως λες ή «The man made environnement», όπως μου είχες τονίσει άλλοτε, «όχι η εξοχή ή η φύση, το περιβάλλον το κατασκευασμένο από τον άνθρωπο, που έχει την αποτύπωση της ζωής, τη φθορά»), πραγματικότητα που επιλέγεις να αναπαραστήσεις. Ωστόσο η διαφορά συνίσταται στο ότι την πραγματικότητα αυτή, επί του προκειμένου την «έτοιμη ζωγραφική» στην οποία αναφέρεσαι και την οποία ιδιοποιείσαι, την επεξεργάζεσαι και την εντάσσεις στα δικά σου αισθητικά καλούπια - είτε της «καθαρής», γεωμετρικής φόρμας, είτε της προσωπικής σου λυρικής, ή μάλλον ποιητικής αφαίρεσης (βιτρίνες), που εγώ είχα θεωρήσει χειρονομιακή ζωγραφική.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τέχνη σου τείνει στο σύνολό της στη
αφαίρεση, παραμένοντας εντούτοις και ουσιαστικά «ρεαλιστική»;


Μ.Κ. Ο Μοράντι κάνει ρεαλισμό; Και οι Ιταλοί πριμιτίφ; Η καλή ζωγραφική ή τουλάχιστον η ζωγραφική που με ενδιαφέρει, είναι, πιστεύω, πάντα αφηρημένη… Το θέμα, μπορεί να είναι συγκεκριμένο ή όχι, αλλά η ζωγραφική του διεργασία σε όλα τα στάδια είναι προφανώς κάτι το αφαιρετικό…

Β.Κ. “Η χειρονομία” στα έργα αυτά - τόνιζες σε μια παλιότερη κουβέντα μας, τότε που έκανες την τελευταία σου έκθεση στην γκαλερί της Denise Renée στο Παρίσι, την άνοιξη του 2008 - “είναι άλλων, εγώ απλώς την έχω φωτογραφήσει περπατώντας τυχαία στον δρόμο (…). Η αφορμή είναι πάντα πάρα πολύ συγκεκριμένη – κάτι που βλέπω δίπλα μου’’. Επέμεινες δε πάνω στο “τυχαίο” γεγονός, μιά πραγματικότητα του καθημερινού μας χώρου, ‘εργα’ που άλλες φορές βλέπεις κι άλλες όχι.. “Ναι, τα παίρνω έτοιμα”, έλεγες. “Δεν τα κατασκευάζω, δεν κάνω εγώ χειρονομιακά έργα. Απλώς παρατηρώ και εμπνέομαι από τις «χειρονομίες» των άλλων. Οι περισσότεροι από μας δεν τα προσέχουν, εγώ όμως δεν τα προσπερνώ αδιάφορα”. Μου είχες επίσης εξηγήσει ότι τα φωτογραφίζεις και μετά τα επεξεργάζεσαι, κι ότι αυτό μπορεί να κρατήσει και χρόνια – το ίδιο ακριβώς που κάνεις και με άλλα έργα σου, όπως τα μικρά γλυπτά που εξέθεσες στην Denise Renée και έχεις την πρόθεση να επεξεργαστείς ξανά σε μεγαλύτερη κλίμακα. Κάνω λάθος;

Μ.Κ. Ένα έργο είναι ένα ταξίδι στο άγνωστο. Οταν κάτι αρχίζει να γίνεται έργο, αποκτά τις διαδικασίες κατασκευής έργου. Αρχίζεις από κάπου, ένα θέμα πολύ συγκεκριμένο, που στην εξέλιξη του έργου παύει να σε απασχολεί, και πας αλλού…Η πας κι εκεί που ήθελες αρχικά, ποτέ δεν είναι σίγουρο πού θα καταλήξεις. Συχνά, το ίδιο το έργο σε οδηγεί. Ενα λάθος, ένα ασήμαντο γεγονός, σε οδηγεί σε άλλο δρόμο. Τυχαίο γεγονός - εξαρτάται αν θα το δεις. Είναι στιγμές τυχερές που το βλέπεις, άλλοτε όχι..
.Αρχίζω και μεταχειρίζομαι τη φωτογραφία προσθέτοντας ή αφαιρώντας κάποιο στοιχείο - υπάρχουν παράθυρα για παράδειγμα, που έγιναν έργα απολύτως αφηρημένα… Με τα χρόνια έχω δημιουργήσει ένα μεγάλο φωτογραφικό υλικό, στο οποίο κατά καιρούς επανέρχομαι και επεξεργάζομαι.

Β.Κ. Δηλαδή, πιό πολύ απο ‘ιδιοποίηση’, είναι ένα είδος δημιουργικής, ποιητικής ανακύκλωσης του πραγματικού..

Μ.Κ. Ας το πούμε κι έτσι…

Β.Κ. Υπάρχει βέβαια, αν δεν κάνω λάθος, μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα άλλα και σ’ αυτά τα τυχαίως “εξευρεθέντα αντικείμενα” ή έργα / συμβάντα, που ανακαλύπτει κανείς στο χώρο της καθημερινότητας, όταν το βλέμμα του είναι σε διαρκή αισθητική εγρήγορση. Στις “βιτρίνες” αλλά και ακόμα πιό πολύ στα άλλα “παράθυρα”ή στους καθρέφτες, ιδιαίτερα στα πιο δομημένα, εκλογικευμένα κι αφαιρετικά, είτε πρόκειται για τα μικρά, σε χειροποίητο χαρτί επεξεργασμένα έργα είτε για τα μεγάλα, αναδύεται περισσότερο – πώς να το πούμε – μια παράξενη, ανησυχητική ηρεμία και μια, τραγική σχεδόν, εικόνα της σημερινής πόλης και των κατοίκων της. Είναι παράθυρα κλειστά, πόρτες κλειστές.. Παράθυρα σφραγισμένα με τούβλα, κάγκελα, σανίδες, ή πάλι σκοτεινά ανοίγματα προς το έρεβος…

Μ.Κ. Το αδιέξοδο ή η διέξοδος. Το πέρασμα ή το μη πέρασμα. Υπάρχει ένα μυστήριο σ’ όλα αυτά που με συγκινούσε από παλιά…

Β.Κ. Μυστήριο, συγκίνηση αλλα και νοσταλγία - η επιθυμία να αποτυπώσεις ‘τα ίχνη μιας περασμένης ζωής’, καθώς λες. Το στοιχείο αυτό παίζει εδώ σημαντικότερο απο άλλοτε ρόλο;

Μ.Κ…… εδώ αν γίνεται και θέλεις να προσθέσεις κάτι, Μιχάλη..
…………….
B.Κ. Σ’εμένα, ίσως λόγω ορισμένων προσωπικών ευαισθησιών, θυμίζουν εκείνα τα πραγματικά παράθυρα που συναντούμε τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα σε κάποιες υποβαθμισμένες κατά το πλείστον συνοικίες του Παρισιού (αλλά δυστυχώς και της Αθήνας πρόσφατα) σε κτίρια όπου όλα τα ανοίγματα σφραγίζονται με τούβλα, κάγκελα, τσιμεντόλιθους, σανίδες - όπως και στα έργα σου – ή ό, τι άλλο μπορεί να αποκλείσει την “φυσική “διείσδυση: για να μην μπορούν να καταλάβουν τους χώρους οι άστεγοι, οι φτωχοί, οι “ξένοι” (στην κυριολεξία ή μεταφορικά). Το στοιχείο του αποκλεισμού , της φυλακής, ενός αόρατου κινδύνου ταράζει τις αισθήσεις μας, όπως σε κάποια όνειρα.

M. Κ. Κάποιοι άλλοι, ο Ματίς, για παράδειγμα, βλέπει από μέσα προς τα έξω, προς την Antibes. Εδώ είναι μια άλλη αντιμετώπιση. Από έξω προς τα μέσα…

B.Κ. Πάντως, καθώς τα έργα σου αυτά συνυπάρχουν στο χρόνο με τα άλλα, (εννοώ με τις καθαρές, γεωμετρικές φόρμες, πίνακες μεγάλων διαστάσεων ή γλυπτά ) μοιάζει να είσαι, ή μάλλον είσαι εσύ ο ίδιος που ζείς την πολλαπλότητα και την σύζευξη ετερογενών φαινομενικά αισθημάτων και βιωμάτων. Ελλογη δόμηση, και αποδόμηση... Ενα είδος ισοροπημένου αισθητικού δυισμού, θάλεγα - προιόν τόσο νοητικής όσο και συναισθηματικής διεργασίας - επεξεργασμένου και εδραιωμένου στην στέρεα γνώση της τεχνικής εκτέλεσης. Στις “βιτρίνες” κυρίως ( στα τζάμια και στους καθρέφτες, με τις πλατιές πινελιές – σαν του Soulages ! – να προσπαθούν ν’αποκλείσουν τα περίεργα βλέμματα των έξω ) κάποια σβυσίματα που αποκαλύπτουν εσώτερες διεργασίες, μερικά γκράφιτι, γραφές ή drippings, ένα εσωτερικό φώς ή η λάμπα του φλας της φωτογραφικής μηχανής που τρυπά την απαγόρευση, η δικιά σου εικόνα που αντικατοπτρίζεται μέσα τους μαζί με άλλα στοιχεία της ‘’εξωτερικής’’ αστικής φύσης, αποκρυσταλώνουν στο επίπεδο του πίνακα ένα αίσθημα παιχνιδιού, ευχάριστης περιέργειας μαζί και συνέργειας γι αυτά που συντελούνται πίσω απο τους καθρέφτες/βιτρίνες ή γύρω σου, και βέβαια απόλαυσης. Δεν πρόκειται, σκέφτομαι, γι αντικείμενα ή αισθητικά συμβάντα που απλώς ανακαλύπτεις και αποτυπώνεις για την εξυπηρέτηση ενός λογικού σκοπού, είναι οι στάσεις ή καλύτερα τα θραύσματα μιας σύνθετης εικαστικής και ερευνητικής πορείας που συνεχίζεις ασταμάτητα εδώ και χρόνια. Ανθρώπινης πορείας, τελικά: εξ’ού και ο δραματικος, συχνά, χαρακτήρας των έργων σου.

Μ.Κ. Είναι η αποτύπωση των στοιχείων της καθημερινότητας που με προκαλεί…

Β.Κ. Απο πότε η φωτογραφία παίρνει ιδιαίτερες διαστάσεις στο έργο σου; Φορές, όταν σκέφτομαι τον τρόπο που δουλεύεις, σε φαντάζομαι μ’ένα φωτογραφικό μάτι στο μέτωπο, σαν αυτό που οραματιζόταν ο Τσίγκα Βερντόφ ! Η φωτογραφία, το instantané, και η περαιτέρω επεξεργασία τους, μου φαίνονται να αποκαλύπτουν την συγκίνηση ακριβώς που αισθάνεσαι αποθανατίζοντας το εφήμερο της ζωής των πραγμάτων και τα άτακτα σωθικά τους, τα ίχνη των απλών ανθρώπινων εμπειριών σε κάθε είδους υπόστρωμα, καθώς και τη δυνατότητα ως εκ τούτου να βρεί κανείς ευχαρίστηση κάθε στιγμή γύρω του, στο ελάχιστο και το πιό ευτελές ή περιφρονημένο - αρκεί να μπορέσει να το δεί, να το ‘’σταματήσει’’και να του αποδώσει αξία. Την αξία του.. Επι πλέον, τόσο ο τρόπος ανασύνθεσης όσο και η – με άκρα ευαισθησία - επιλογή του υποστρώματος εκτύπωσης που επιτρέπει την ανάδειξη των φυσικών ιδιοτήτων της ύλης, συντελούν στην αισθητική ολοκλήρωση των έργων..

Μ.Κ. Η φωτογραφία με ενδιέφερε από παλιά, έβγαζα και βγάζω πολλές φωτογραφίες σαν ένα προσωπικό σημειωματάριο, τόσο από την πόλη που ζω και τους χώρους που καθημερινά διασχίζω, όσο και από διαφορετικούς τόπους και πολλά ταξίδια. Πολλοί τίτλοι έργων μου αυτό δηλώνουν.

Β.Κ. Πιστεύω πως η δουλειά σου, καθώς και ο τρόπος που αντιμετωπίζεις την τέχνη αλλά και τον κόσμο γύρω σου, στην εποχή αυτή της βαρβαρότητας και της πτώσης των πολιτισμικών όσο και ανθρωπιστικών αξιών, ισοδυναμεί με μιά πρόταση ανανέωσης και αισιοδοξίας στο πεδίο της έκφρασης και των πλαστικών τεχνών.
Μ.Κ. Ο καθένας μας προσπαθεί να κάνει όσο το δυνατόν καλύτερα αυτό που μπορεί και αυτό που τον ενδιαφέρει και τον εκφράζει…


Vassia Karkayanni – Karabelia
Michalis Katzourakis ΰ la Galerie Denise Rene, Paris, 1999 - 2008


Litote et harmonie expressive; anatomie organique et conception anti-illusioniste, architectonique de la forme; rigueur structurelle – voila certaines des caractιristiques qui marquent les expιrimentations plastiques de Michalis Katzourakis. Apparu sur la scθne artistique grecque au milieu des annιes ’50, il s’oriente une dixaine d’annιes plus tard vers l’abstraction gιometrique et l’ιlaboration d’un vocabulaire formel, chromatique, spatiotemporel particulier.

Un certain nombre d’ιlιments premiers sont depuis lors restιs constants dans son exploration obstinιe et consιquente du domaine de l’art, reliant son oeuvre non seulement avec quelques unes des plus importantes crιations novatrices des dιbuts du siθcle (les formes simples et l’intelligence aigue de Malevitch et des constructivistes russes; la spiritualitι et la puretι des organisations nιo-plastiques de Mondrian; les carrιs harmoniques de J. Albers…) mais ιgalement avec tous ces artistes en Europe et aux Etats-Unis qui ont suivi des chemins analogues et contribuθrent dans les annιes ’60, ΰ l’ιlargissement du champ artistique tout comme ΰ la reviviscence des courants abstraits, gιometriques. Le refus de la “reprιsentation”, essentiel chez M. Katzourakis est dθs la dιbut accompagnι du dιsir de mettre en ιvidence la nature cachιe, spirituelle de l’espace pictural, sous forme de rapports et de rythmes clairs. L’agencement quasiment sιriel des zones colorιes, l’ιquilibre des volumes et des nuances chromatiques, la structuration transparente des lignes et des surfaces, le dessin graphique soignι, constituent les fondements de sa sιmiotique plastique qui vise l’essence mκme de l’acte crιateur aussi bien que de l’κtre.

D’ailleurs chaque ligne, point ou surface, est un κtre. Chaque couleur est forme, volume. Chaque mouvement (par rapport ΰ la pιripherie ou ΰ l’organisation interne du tableau) ou rιpιtition (une diagonale qui tourne autour d’un second axe, une droite qui dιvie, une bande qui coupe verticalement et ΰ distances ιgales d’autres bandes…) sont essentiels. La structuration raisonnιe et harmonique du champ plastique transmet au spectateur une sensation d’ιquilibre existentiel qui constitute le sens, le contenu, la singularitι de l’oeuvre.
Progressivement l’expιrimentation esthιtique suivra de nouveaux mιandres d’investigation et d’accomplissement, suite aux contacts stimulants de l’artiste avec certaines tendances du minimalisme amιricain et leur faηon particuliθre d’apprιhender l’espace mental et conceptuel, privι ou collectif. Le caractθre analytique et la simplicitι structurale de l’oeuvre sont advantage mis en ιvidence, tandis que se dιveloppe la conviction que la “signification” ne prιcθde jamais l’expιrience crιatrice, l’oeuvre n’apportant par ailleurs aucune information sur des faits prιcis et ne symbolisant rien en dehors d’elle mκme.

Pourtant, des ιlιments expressifs inhabituels interviennent parallθlement, qui dessinent bientτt des orientations inιdites. L’organisation de l’aire picturale ne s’appuie plus autant sur le souci d’ ιquilibre savant entre les diffιrentes parties de l’oeuvre, mais plutot sur cette harmonie particuliθre qui ιmane de l’ approche globale d’une composition (conception, exιcution, forme, couleur, matιriau, texture, etc.) . La parfaite planιitι du tableau dιpourvu de bords et sa structuration strictement gιometrique sont perturbιes par l’intrusion de vibrations soudaines ΰ l’intιrieur du champ colorι et par une sorte d’expessivitι “lyrique”, qui ouvrent la voie au retour de la profondeur – de l’ illusion – sans pour autant aucune rιfιrence naturaliste.

Tous les matιriaux peuvent κtre utilisιs (bois, tissu, mιtal, carton, acrylique…), leur origine – ainsi que leur emploi spιcifique – dιterminant l’impact du langage pictural sur le monde extιrieur : qu’il s’agisse de vieilles poutres en bois brut qui sιparent rythmiquement et “systιmatiquement” les aires de couleur d’ un volumineux polyptyque gιomιtrique; ou de carton ondulι, bon marchι, qui “bouche l’ accθs” des
ouvertures obscures d’une sιrie de petits collages hiιratiques sur papier artisanal; ou bien encore de tτle mιtallique ondulιe qui fonctionne d’une faηon analogue dans les grands tableaux / constructions des annιes 1993 (portes mιtaphysiques sur le bord des tιnθbres..), la prιsence de ces matιriaux, en combinaison avec l’ espace propre aux surfaces colorιes, laisse pιnιtrer la dimension temporelle – le mythe, la mιmoire, l’affect, l’ historie..
A partir de lΰ, chaque ιlιment semble avoir ιtι choisi ΰ cause exactement des charges affectives qu’il vιhicule de son passι, des traces que l’ expιrience humaine lui a lιguιes, les matιriaux “pauvres” (papier fait main aux bords inιgaux, poutres, usιes et sallies..)sont combinιs avec des matιriaux (de rιcupιration) d’ origine industrielle, “finis”, plutot chers, et compris dans des compositions sιvθres, aux angles droits, de sorte que leur caractθre anarchique soit accentuθ et que ressorte la nature ιphιmθre des productions culturelles dans le monde d’aujord’hui.

Une sιrie de petites sculptures en neuromιtal (matιriau flexible employι dans le bβtiment) datant de 1996 – dont une variante, de dimensions plus importantes (3m. de hauteur) est placιe au Musee d’ Art Cycladique d’ Athθnes – sont ΰ l’ origine de l’ INCONTRI, sculpture haute de 13m., prιsentιe par la galerie Denise Rene dans le cadre de la 47eme Biennale de Venise en 1997 et installιe sur une plate-forme flottante dans le Grand Canal. La sculpture obιit aux mκmes principes que l’ ensemble de la production artistique de Michalis Katzourakis. Elle dιsigne les mκmes origines (constructivisme, abstraction gιometrique) et adopte des procιdιs analogues: variations sur des verticales, parallθles, horizontales, diagonales; lιgθretι et transparence de la structure - qui faηonne l’espace sans jamais le remplir; matιriaux industriels dιtournιs de leur usage habituel et travaillι de faηon artisanale; agencement clair d’ un espace pιnιtrable, ou le vent, la vue, les gens peuvent passer, circuler, le modeler par la vision.

Peintures comme sculptures, les compositions de Michalis Katzourakis rιvθlent des processus d’ ιlaboration complexes et polyphoniques ou la rigueur n’ exclut pas mais implique l’imprιvu et oω l’ιconomie des moyens laisse nιanmoins apparaξtre l’intelligence des articulations formelles, la subtilitι des harmonies chromatiques – tensions et vibration. Musiques.

Vassia Karkayanni – Karabelia,
historienne et critique d’art ( AICA), enseignante.



espace marais:
du 17 février au 25 mars 2006
michalis katzourakis





page d'accueil précédentes expositions historique accès email




Βάσια Καρκαγιάννη-Καραμπελιά
Μια συζήτηση με
τον Μιχάλη Κατζουράκη
Παρίσι, Απρίλιος 2008
2 3 Βάσια Καρκαγιάννη-Καραμπελιά. Μια συζήτηση με τον Μιχάλη Κατζουράκη
Με την ευκαιρία της έκθεσης του Μιχάλη Κατζουράκη στο νέο – και όντως
θαυμάσιο – εκθεσιακό χώρο του Γεράσιμου Καππάτου, στην οδό Αθηνάς 12
(20 Νοεμβρίου με 20 Δεκεμβρίου 2008) σκεφτήκαμε με τον Μ.Κ. να κατα-
γράψουμε την κουβέντα που κάναμε μαζί στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της
έκθεσής του στη Γκαλερί της Denise Renι, την περασμένη άνοιξη.
Δεν υπάρχει πρόθεση ανάλυσης του έργου σ’ αυτή τη συζήτηση : αυτή έχει γί-
νει από πολλούς, έλληνες και ξένους κριτικούς. Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος, ο
Μανώλης Μαυρομμάτης, η Κατερίνα Καφοπούλου, η Μπία Παπαδοπούλου,
η Έφη Στρούζα, η Andrea Gilbert, ο Χάρης Σαββόπουλος, η Ειρήνη Σαββα-
νή, η Elzbieta Koscielak, ο Serge Fauchereau έγραψαν άρθρα και προλογικά
σημειώματα εκθέσεών του. Εγώ η ίδια προσπάθησα να προσεγγίσω τη δου-
λειά του στον πρόλογο του καταλόγου έκθεσης στη Γκαλερί Ζουμπουλάκη
το 1994 και μετά στον κατάλογο της έκθεσης στη μεγάλη γκαλερί της Denise
Renι της Rue Charlot, στο Marais το 1999.
Από τότε, καινούργια έργα, νέας δημιουργικής πνοής, έχουν γίνει : μερικά
απ’ αυτά, μαζί με άλλα της «κλασικής» του περιόδου, εκτίθενται τώρα στη
Γκαλερί του Γεράσιμου Καππάτου. Μια νέα αντιμετώπιση λοιπόν επιβάλλε-
ται. Στο κείμενο πάντως που ακολουθεί, επιθυμία μου ήταν να εκμαιεύσω τις
δικές του ιδέες, ενθυμήσεις, κρίσεις. Και να ανταλλάξουμε κάποιες απόψεις
για το έργο του, σε σχέση με μια ορισμένη ιστορική περίοδο κι ένα συγκεκρι-
μένο καλλιτεχνικό περίγυρο. Ορισμένα κινήματα και καλλιτέχνες επίσης.
Βάσια Καρκαγιάννη-Καραμπελιά
Παρίσι, Απρίλιος 2008
Mιχάλης Κατζουράκης. Παρίσι Απρίλιο; 2008, Φωτ. Δ. Θ. Αρβανίτης
Βάσια Καρκαγιάννη-Καραμπελιά. Μια συζήτηση με τον Μιχάλη Κατζουράκη 4 5
ποτέ, παρ’ όλες τις δυσκολίες που συνάντησε, με τις διάφορες – είδους
bad art, Jeff Koons κλπ – μόδες που επεκράτησαν και στη Γαλλία και
που την έφεραν σε πολύ μεγάλη οικονομική κρίση.
Μ.Κ. Ναι ήταν σε «αναγκαστική διαχείριση» κάποτε γιατί είχε ανοιχτεί
πολύ – μια γκαλερί στη Νέα Υόρκη, δυο στο Παρίσι – είχε και έχει μεγάλο
πάθος για την τέχνη, αλλά η ίδια δεν ήταν πολύ καλή επιχειρηματίας.
Β.Κ. Και δεν δέχτηκε να παρεκκλίνει ποτέ.
Μ.Κ. Ποτέ. Ποτέ. Ήταν πάντα υπέρ της «καθαρής φόρμας», αν μπορούμε
να το πούμε περιληπτικά.
Β.Κ. Γι αυτό κι αργότερα την ανακήρυξαν πρόεδρο των Γάλλων γκαλε-
ριστών, πρόεδρο της FIAC για πολλά χρόνια κλπ. Ήταν η αναγνώριση
της αισθητικής αλλά και ηθικής συνάμα συνέπειας στις θέσεις της –
από την εποχή ήδη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και τη συμμετοχή της
στην αντίσταση κατά των ναζί. Η αισθητική σαν στάση ζωής.
Μ.Κ Έγιναν και πολλές εκθέσεις προς τιμήν της, πράγμα που είναι σπά-
νιο – να γίνονται εκθέσεις σε μουσεία για μια γκαλερίστα. Όπως η έκθεση
σ’ ένα πάρα πολύ ωραίο μουσείο στο Las Palmas, όπου εξέδωσαν και ένα
μεγάλο κατάλογο ή η έκθεση «Le mouvement et la Lumiθre-Carte Blanche
ΰ Denise Renι» στο μουσείο Cambrai ή μια άλλη στο Μουσείο Matisse
στο Cateau-Cambrιsis. Εκεί έκανε μια έκθεση η Denise Renι πριν από 3-4
χρόνια με έργα της γκαλερί της, που περιέλαβε και δικό μου έργο, ένα γλυ-
πτό από ανοξείδωτο ύψους 4 μ. που τελικά έμεινε στη μόνιμη συλλογή και
εκτείθεται στον κήπο του Μουσείου. Αλλά της αφιερώθηκαν και πολλές
άλλες εκθέσεις, όπως στο Στρασβούργο, μεγάλη έκθεση, το 1996 με τίτ-
λο «Cinquante Ans d’Art Construit, Hommage ΰ Denis Renι» και μετά, το
2001 στο Παρίσι η έκθεση «Denise Renι, l’ Intrιpide / une galerie dans
l’aventure de l’art abstrait» στο Centre Georges Pompidou ή στην Ιαπωνία
διαδοχικά σε τρία Μουσεία Τέχνης κ.α. Σε όλες αυτές τις εκθέσεις υπήρχαν
αντιπροσωπευτικά έργα της γκαλερί μεταξύ των οποίων και δικά μου.
Βάσια Καραμπελιά. Θα ήθελα να έλεγες, αρχικά, ποια υπήρξε η λογική
που επέβαλε την επιλογή των έργων που εκθέτεις σήμερα στην Γκαλερί
της Denise Renι του St. Germain des Prθs στην τέταρτη ατομική έκθεση
που σου αφιέρωσε τις τελευταίες δεκαετίες (το 1979 ήταν νομίζω η πρώ-
τη) αυτή η Mεγάλη Kυρία του διεθνούς καλλιτεχνικού στερεώματος κι
ιδιαίτερα της γαλλικής πολιτισμικής ζωής.
Μιχάλης Κατζουράκης. Δυο χρόνια πριν, το 2006, είχα κάνει μια έκθεση
στη μεγάλη αίθουσα της Denise Renι στη Rue Charlot. Ήθελα λοιπόν
τώρα να κάνω μια έκθεση σε πιο μικρή κλίμακα και ζήτησα αυτόν εδώ το
χώρο, πράγμα που άρεσε και στην Denise Renι. Κι έτσι έγινε σ’ αυτήν την
πραγματικά μικρή αίθουσα.
Β.Κ. Μικρή ίσως – όμως η πιο γνωστή στο μεγάλο κοινό, μια και βρί-
σκεται στο Bd. St Germain, στη Rive Gauche (την αριστερή όχθη του
Σηκουάνα), απ’ όπου περνά καθημερινά χιλιάδες κόσμος …και είναι και
δύο βήματα από το Cafι de Flore και το Deux Magots!
Προσωπικά την γνώρισα στα χρόνια 67-68, πρωτοετής φοιτήτρια στο
Παρίσι, και ήταν πράγματι από τους πιο αξιόλογους χώρους της καλλι-
τεχνικής avant-garde, στο νούμερο 196 του βουλεβάρτου, δίπλα ακριβώς
από την άλλη ιστορική, περίφημη Γκαλερί του Αλέξανδρου Γιόλα.
Ανάμεσα στην άνοιξη του ’68 και το 1969, απ’ ότι θυμάμαι, η Denise
Renι εξέθετε μεταξύ πολλών άλλων σ’ αυτό το «μικρό» χώρο, έργα των
Albers, Calder, Agam, Max Bill, Le Parc, Vasarely, N. Schaeffer, Soto,
Tinguely, Cruz Diez, Morellet, Yvaral……Καλλιτέχνες δηλαδή που θε-
ωρούνται πια «κλασσικοί» στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης και που
συνεργάστηκαν χρόνια μαζί της γύρω από συγγενικές αισθητικές αρχές:
την αφηρημένη γεωμετρία, την καθαρή φόρμα, την εκλογίκευση της
καλλιτεχνικής χειρονομίας, τις απλές μορφές των κληρονόμων του Μά-
λεβιτς και των Ρώσων κονστρουκτιβιστών. Φυσικά δεν είναι εδώ ο χώρος
να μιλήσουμε εκτενώς για τη Denise Renι και την πορεία της. Αν ανα-
φέρω κάποια στοιχεία, είναι για να τονιστεί περισσότερο η σημασία της
δικής σου συνεργασίας μαζί της. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των έργων
σου, ταίριαζε με τη δική της «γραμμή», από την οποία δεν παρεξέκλινε
Βάσια Καρκαγιάννη-Καραμπελιά. Μια συζήτηση με τον Μιχάλη Κατζουράκη 6 7
νται τα βλέμματα των περαστικών, όταν κατασκευάζονται οι εσωτερικοί
τους χώροι. Τα βλέπουμε συνέχεια γύρω μας. Είναι αν θες «χειρονομίες
trouvιes»!...Τα παίρνω έτοιμα. Δεν τα κατασκευάζω, δεν κάνω εγώ «χει-
ρονομιακά έργα». Απλώς γυρίζω και κοιτάζω γύρω μου και χρησιμοποιώ
τις χειρονομίες των άλλων. Οι περισσότεροι από μας δεν τα προσέχουν,
εγώ όμως στέκομαι και τα παρατηρώ... Το 1998 έγινε μια έκθεσή μου με
αυτά, που τα λέω «Windows», σε διαστάσεις 2,75μ.x 1,4μ., στο Βερολίνο,
στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού.
Β.Κ Τελικά δηλαδή, σ’ αυτά ουσιαστικά τα έργα και με τον ιδιαίτερο
τρόπο σου, δεν είσαι μακριά απ’ αυτό το κομμάτι του ευρωπαϊκού νέ-
ο–ρεαλισμού που ο Restany αποκάλεσε «mec-art» (μηχανική τέχνη) και
τους Berlini, Burry, Jacquet, Νίκο Κεσσανλή, Rotella ή τους Hains και
Villeglι των χρόνων 67-70. Πώς τα δουλεύεις αυτά τα έργα; Γιατί βέ-
βαια υπερβάλλεις όταν λες ότι τα βρίσκεις έτοιμα…Τίποτα δεν υπάρχει
αν δεν μπορούμε να το δούμε, διαλέξουμε...
M.K. Είναι, είπαμε, οι εμμονές μου… Τα φωτογραφίζω και τα επεξεργά-
ζομαι. Αλλά ψάχνω και τα βρίσκω, όπου και αν βρίσκομαι. Αυτή η επεξερ-
γασία πάντως μπορεί να κρατήσει χρόνια, να με απασχολεί συνέχεια μέσα
μου… Όπως με τα γλυπτά, αυτά τώρα που εκθέτω στη Denise Renι, τα
μικρά, τα οποία μπορούμε να τα φανταστούμε και μεγάλα, και ίσως κάποια
στιγμή να τα ξαναεπεξεργαστώ…
Β.Κ Γιατί έχουν «μνημειακή» αντίληψη της φόρμας, μνημειακό χαρα-
κτήρα, κάτι που μου έκανε ανέκαθεν εξαιρετική εντύπωση.
Ως προς το θέμα της κλίμακας ακριβώς, σκεφτόμουν την συζήτηση που
είχαμε προχθές για το έργο του Serra στο Grand Palais. Κι ήθελα να μου
πεις πώς βλέπεις αυτές ή παρόμοιες «γιγαντικές» κινήσεις στο χώρο
(στην περίπτωση του Serra : 5 μετάλλινες στήλες 17 μ. ύψους, 4μ. πλά-
τους, 75 τόνων βάρους και κόστους εκατομμυρίων ευρώ…, κάτω από
την κρυστάλλινη, ανάλαφρη σκεπή «Art Nouveau» του Grand Palais)
της σύγχρονης γλυπτικής – αλλά και ζωγραφικής και φωτογραφίας…
Στην τελευταία έκθεση, ήθελα κατά βάση να κάνω μια «λευκή έκθεση».
Με έργα λευκά, ακριβώς επειδή είναι λευκός ο χώρος. Εκεί που λίγο μπερ-
δεύτηκα ήταν στην κλίμακα, όταν η Denise Renι θέλησε να βάλουμε κι
ένα μεγάλο έργο, που μου φαινόταν δυσανάλογο για τον εκθεσιακό χώρο.
Αυτό με τις πλαστικές λουρίδες και το κόκκινο φως, το οποίο τελικά στά-
θηκε χωρίς πρόβλημα. Ήθελα ακόμα να εκθέσω μια σειρά από μικρά γλυ-
πτά που ήταν σε προσχέδιο από χρόνια, από το ’69 –’70. Στην έκθεσή μου
τότε στο Ινστιτούτο Γκαίτε, τα είχα κατασκευάσει από χαρτόνι, σε μικρές
μακέτες, εκτός από ένα, που έγινε στην επιθυμητή διάσταση για το χώρο,
3μ ύψος από κοντραπλακέ (και το οποίο τελικά χάλασα, γιατί τότε δεν είχα
κάπου να το αποθηκεύσω). Μετά ξεχάστηκαν κάπως…Κι επειδή με ενδιέ-
φερε πάντα αυτή η δουλειά, τα παρουσιάζω σήμερα στο κέντρο της αίθου-
σας, μαζί με μια σειρά από άλλα, επίτοιχα σε χειροποίητο χαρτί.
Β.Κ Ναι, είναι μια σειρά έργων που σε εισάγουν, νομίζω, σε μια διαφορε-
τική λογική. Κυρίως εκείνος ο πίνακας, στον οποίον η μικρή σύνθεση στο
κέντρο καλύπτεται από ένα διαφανές χαρτί, πράγμα που επιφέρει, θά
’λεγα μια «αναρχική ανακατάταξη» της εκλογικευμένης επιφάνειας.
Μ.Κ Αυτά τα έργα, είναι των τελευταίων χρόνων. Χρησιμοποιώ δυο-τρία
επάλληλα φύλλα από χειροποίητο, ινδικό, χαρτί, όχι για να ζωγραφίσω
πάνω τους, αλλά για να δημιουργησω ανοίγματα, τα κόβω και τα συνδυ-
άζω με άλλα υλικά, συνήθως ξύλο μπάλσα. Ξέρεις, είναι αυτές οι εμμονές
μου με τα φραγμένα ανοίγματα...
Β.Κ Πρόσφατα στο ατελιέ σου στον Κεραμεικό μου προκαλέσαν την
περιέργεια και με εντυπωσιάσαν, αν και ομολογουμένως δεν με συγκί-
νησαν όλα ιδιαίτερα, κάποια άλλα έργα που είναι σε πλεξιγκλάς με χει-
ρονομιακές βίαιες χρωματικές επεμβάσεις.
Μ.Κ. Ωστόσο είναι κι αυτά μέσα στην ίδια σειρά ιδεών και σκέψεων. Η
«χειρονομία» δεν είναι βέβαια δική μου, είναι άλλων, την οποία εγώ έχω
απλώς φωτογραφήσει, περπατώντας τυχαία, στο δρόμο. Αυτά που λες είναι
τζάμια, βιτρίνες καταστημάτων, που βάφονται από μέσα για να εμποδίζο-
Βάσια Καρκαγιάννη-Καραμπελιά. Μια συζήτηση με τον Μιχάλη Κατζουράκη 8 9
Β.Κ. Βέβαια το φαινόμενο, κάτω από διαφορετική σκοπιά, παρατηρεί-
ται και στο χώρο της φωτογραφίας: σκέφτομαι την Sophia Calle π.χ.
Στην περίπτωση της φωτογραφίας, η οποιαδήποτε (υπερβάλλω ηθελη-
μένα) φωτογραφία, όταν μεγαλώσει και γίνει, ας πούμε 2 x 4 μ. προ-
καλεί εντύπωση. Εδώ μπαίνει αναπόφευκτα κι ένα θέμα ηθικής, αν όχι
σκέτα οικονομικής τάσης, όπως μου λεγε η φίλη μου Sheilla Lerner,
διευθύντρια άλλοτε της Biennale του Sao Paolo: εξαίρετοι φωτογρά-
φοι της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής ή άλλων φτωχών χωρών,
αδυνατούν πια να “συγκριθούν” με τους εύπορους και χρηματοδοτού-
μενους καλλιτέχνες της Δύσης, άρα και να συνεχίσουν και να δουλεύ-
ουν. Σκέφτομαι τον Seydou Keita, το θαυμάσιο αυτό φωτογράφο από
τη Bamako, που του αφιέρωσε πριν μερικά χρόνια έκθεση η Fondation
Cartier.
Μ.Κ. Εντάξει. Όμως ανεξάρτητα από την κλίμακα ενός έργου, εκείνο που
πρωταρχικά έχει σημασία είναι η ποιότητα και η ένταση της τέχνης του. Ο
Giorgio Morandi έκανε μικρά έργα, που δεν υστερούν σε τίποτα από πιο
μεγάλα... Το μέγεθος από μόνο του δεν προσθέτει αξία.
Β.Κ. Όμως απομακρυνόμαστε από το θέμα μας, την έκθεσή σου στην
Denise Renι. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, μετά απ’ όλα όσα είπαμε, που
η Denise Renι σου αφιερώνει για τέταρτη φορά ατομική έκθεση;
Μ.Κ. Ναι. Η πρώτη ήταν το 1979 σε μια Γκαλερί που είχε τότε απέναντι
από το Beaubourg. Μετά συμμετείχα και σε διάφορες ομαδικές που είχε
οργανώσει στη Γαλλία και σε άλλες χώρες. Το 1999 έκανα τη δεύτερη ατο-
μική στη μεγάλη της Γκαλερί στη rue Charlot, αυτή που προλόγισες εσύ
τον κατάλογο, μετά στον ίδιο χώρο το 2006, και τώρα εδώ στο St Germain,
το 2008. Κι έχω λάβει μέρος σε όλες τις ομαδικές εκθέσεις της, στη FIAC,
στη Βασιλεία, στη Βενετία, και τώρα ακόμη στην ομαδική που κάνει στη
Rue Charlot με γλυπτά.
Β.Κ. Πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι οι Έλληνες καλλιτέχνες που εξέ-
θεσε η Denise Renι είναι ελάχιστοι. Από τους πρώτους ήταν η Ναυσικά
Μ.Κ Ο Serra θεωρώ πώς είναι σημαντικός καλλιτέχνης και πολλά έργα του
μου αρέσουν. Όχι όλα, αλλά πολλά. Και τα θεωρώ σημαντικά. Όπως αυτό
που είχα δει στο Arsenale, στη Biennale της Βενετίας, πριν 4 νομίζω χρόνια:
ήταν ένα μεγάλο ελικοειδές έργο που έμπαινες μέσα. Έχω και μια φωτο-
γραφία μου στο εσωτερικό του έργου!.. Κι ήταν ωραία η κλίμακα στο χώρο,
εκεί. Αυτό το τελευταίο στο Grand Palais δεν το είδα. Πάντως ο χώρος
αυτός είναι πολύ δύσκολος… Κινδυνεύει να συντρίψει ότι μπει μέσα του..
Β.Κ. Εγώ αναρωτιέμαι και προβληματίζομαι πάνω στο φαινόμενο του
«γιγαντισμού» καθ’ αυτό, σήμερα – αν και βέβαια δεν είναι και τόσο
σημερινό αν το σκεφτούμε: όταν ο Ronald Balden, π.χ., κατασκεύαζε το
1967 ένα τεράστιο ξύλινο Χ στην Corcoran Gallery της Washington, το
οποίο ουσιαστικά έτεινε να γκρεμίσει τους νεοκλασικής αρχιτεκτονικής
τοίχους και τις ελληνορωμαϊκές κολώνες της αίθουσας, υπήκουε στην
ίδια κατασκευαστική λογική. Την ίδια τάση ξεπεράσματος, αποτίναξης
των «φυσικών περιορισμών», όπως ίσως, συνάμα, και μιας αφόρητης
πλέον κλασικιστικής παράδοσης. Την ίδια περίπου εποχή ο Donald
Judd, ο Kenneth Noland, ο Barnet Newman, o Robert Morris ή ο Franc
Stella προτείνουν, με διαφορετικούς τρόπους, μια σειρά αντιλήψεων για
την κλίμακα, τη συμμετρία, την καθαρή φόρμα, τα «συστήματα» (που
δεν είναι μόνο αισθητικά αλλά συχνά και πολιτικά), τις σχέσεις γενικά
με το χώρο. Άρα ο Serra δεν καινοτομεί τελικά !
Μ.Κ. Έτσι κι αλλιώς, δεν σημαίνει ότι ένα έργο που μεγαλώνει επ’ άπειρον
είναι και καλό! Μπορεί και να αποδυναμώσει μεγαλώνοντας, γιατί πολλά
απ’ αυτά γίνονται με μηχανικό τρόπο, και δεν έχεις πια την αίσθηση του χώ-
ρου που θα μπει. Η κλίμακα είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Είχα συχνά αυτή
την εμπειρία. Για παράδειγμα το 1969, στην έκθεση που είπαμε στο Ινστι-
τούτο Γκαίτε, έβαλα εκείνο το μεγάλο, μινιμαλιστικό έργο σε ένα δωμάτιο
νεοκλασικού κτιρίου και αργότερα πάλι το 1996 στο Μέγαρο Σταθάτου,
στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, σε μια αίθουσα με βαριά διακόσμηση, με
γύψινη διακόσμηση, κουρτίνες, πολυέλαιους, μαρμάρινο τζάκι και τέτοια,
έστησα ένα γλυπτο από μέταλλο, 3,20x3,75 μέτρα. Αν και ήταν λίγο σοκα-
ριστικό, δεν προκάλεσε, απ’όσο τουλάχιστον θυμάμαι, αρνητικά σχόλια.
Βάσια Καρκαγιάννη-Καραμπελιά. Μια συζήτηση με τον Μιχάλη Κατζουράκη 10 11
μεγάλη κλίμακα για συγκεκριμένους χώρους. Μου άρεσε αυτό. Και βέβαια
πρέπει να πω ότι στην έκθεση στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών τα έργα έγι-
ναν στην ΑΠΚΟ των αδελφών Κάρολου και Τομ Πολίτη, εργοστάσιο πλα-
στικών. κατασκευάστηκαν δηλαδή με βιομηχανικό τρόπο πάνω βέβαια σε
σχέδια δικά μου και με προσωπική επίβλεψη στη διαδικασία παραγωγής.
Β.Κ. Δηλαδή τα ήλεγχες;
Μ.Κ. Ακριβώς. Παρακολούθησα όλη την διαδικασία, την κατασκευή των
καλουπιών, το υλικό, τα χρώματα, τα δείγματα, αλλά δεν ήταν «χειροποίη-
τα», έγιναν με βιομηχανικό τρόπο. Μου άρεσε πολύ αυτός ο πειραματισμός
και η διαδικασία του. Από κει και πέρα έκανα αρκετά τέτοια έργα σε χώρους
και σε μεγάλη κλίμακα. Άλλα απ’ αυτά υπάρχουν κι άλλα δεν υπάρχουν,
τα έχω όμως φωτογραφημένα τα περισσότερα. Σκέφτομαι πώς θα θελα να
κάνω μια έκθεση μ’ όλα αυτά, όλο αυτό το υλικό που είναι κάπως άγνωστο.
Τα πιο πολλά έργα της έκθεσης, τα είχα δυστυχώς σε μια αποθήκη του ερ-
γοστασίου, που πήρε φωτιά και κάηκαν όλα…Έχω μερικά κομμάτια μόνο.
Αλλά μπορούν να ξαναγίνουν, αφού μένουν τα σχέδια.
Β.Κ. Υπάρχουν στον Ευρωπαϊκό ή Αμερικάνικο εικαστικό χώρο κάποιες
«επιλεκτικές αισθητικές συγγένειες» – αν μπορούμε να τις αποκαλέ-
σουμε έτσι, οι οποίες έπαιξαν κάποιο ρόλο στις επιλογές σου;
Μ.Κ. O Barnet Newman ενδεχομένως. Ο Franc Stella πολύ λιγότερο.
Β.Κ. Τον Robert Morris, τον ήξερες;
Μ.Κ. Τον ανακάλυψα πολύ αργότερα…
Β.Κ. Με το γαλλικό νέο–ρεαλισμό δεν είχες πάντως ποτέ σχέση – ούτε
με την αναπαράσταση αν δεν κάνω λάθος.
Μ.Κ. Έχω κάνει πάντως έργα αναπαραστατικά! Κατά το παρελθόν, όπως
όλος ο κόσμος! Θα στα δείξω κάποτε (γελά). Πέρασα άλλωστε και μια
Πάστρα, μετά εσύ κι ο Γιώργος Ζογγολόπουλος.
Μ.Κ Έχει κάνει και έκθεση της Χρύσας και μια του Αντωνάκου. Αλλά δεν
ήταν από τους μόνιμους συνεργάτες της. Η Χρύσα ίσως…
B.Κ. Εσύ είσαι ο μόνος πλέον στη λίστα των συνεργατών της. Αλήθεια,
γράφτηκε κάτι στην Ελλάδα γι’ αυτή σου εδώ την έκθεση; Την επισκέ-
φτηκαν κάποιοι από τους επίσημους πολιτιστικούς εκπροσώπους της
Ελλάδας στο Παρίσι;
Μ.Κ. Δεν νομίζω.
Β.Κ. Είναι ν’ απορεί κανείς, δεδομένου ότι το έργο σου είναι πια πολύ
γνωστό και στην Ελλάδα, μετά από τόσες εκθέσεις, κριτικά σημειώματα
στον ελληνικό και ξένο τύπο, καταλόγους, έργα σε μουσεία και δημό-
σιους χώρους – τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Οι άνθρωποι
της δικής μου γενιάς σε γνωρίζουν από την έκθεση του 1969 στο Γκαίτε,
που ανέφερες προηγουμένως, με τα μικρά σχετικώς έγχρωμα γλυπτά
που είχαν όμως έντονα μνημειακό χαρακτήρα – έμοιαζαν θεόρατα στον
κατάλογο, πριν αντιληφθεί κανείς πώς είχαν μόλις 50 ή 60 εκατοστά
ύψος. Είναι ενδεικτικό ότι ο Γιώργος Ζογγολόπουλος, που απέφευγε να
γράφει, είχε κάνει τότε ένα μικρό κείμενο στον κατάλογο...
Τα κατασκευασμένα με βιομηχανικό τρόπο γλυπτά και οι κατασκευές
χώρου μεγάλης κλίμακας που εξέθεσες στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών
ένα χρόνο αργότερα, επέβαλαν τη δουλειά σου σαν μια από τις πιο ενδι-
αφέρουσες προτάσεις στον ελληνικό εικαστικό χώρο. Είχαν κάνει εντύ-
πωση, τότε, έτσι δεν είναι;
Μ.Κ. Ουσιαστικά είχαν κάνει εντύπωση σε ορισμένους ανθρώπους, όπως
στον Παντελή Ξαγοράρη ή το Μανώλη Μαυρομμάτη, δηλαδή σε ανθρώ-
πους που ήταν γύρω απ’ αυτή τη γεωμετρική, κονστρουκτιβίστικη δουλειά,
τις ξεκαθαρισμένες φόρμες. Ενδιαφέρθηκαν και ορισμένοι αρχιτέκτονες, ο
Θύμιος Παπαγιάννης, ο Αλέξανδρος Τομπάζης, ο Κωνσταντίνος Δεκαβάλ-
λας και τότε άρχισα να κάνω σε συνεργασία μαζί τους έργα επίτοιχα σε
Βάσια Καρκαγιάννη-Καραμπελιά. Μια συζήτηση με τον Μιχάλη Κατζουράκη 12 13
στο Παρίσι. Και βέβαια δεν μου πήγε η αρχιτεκτονική: τα μαθηματικά, η
παραστατική γεωμετρία – δεν καταλάβαινα τίποτε….Και βρήκα ν’ ασχο-
ληθώ, με γραφικές τέχνες.
Πήγα στο ατελιέ του Paul Colin, όπου πέρασα τέσσερα ευχάριστα χρόνια.
Είδα πριν από καιρό μια βιογραφία της Louise Bourgeois που το 1933 ήταν
κι αυτή μαθήτρια του Paul Colin. Ήταν μια πολύ καλή σχολή, στο Boulevard
Pιreire. O Paul Colin ήταν μεγάλος πια όταν πήγα εγώ, αλλά έκανε ωραίες
αφίσες και είχαν περάσει από τη σχολή του σημαντικοί μαθητές απ’ όλη την
Ευρώπη. Εκεί έκανα κάθε μέρα 5 ώρες ελεύθερο σχέδιο και αφίσα.
Ζωγράφιζα παράλληλα πολύ και παρακολουθούσα ζωγραφική και σχέδιο
στην «Grande Chaumiθre» και κοντά στον Andre Lhote. Γυρίζοντας στην
Αθήνα, έκανα μια έκθεση ζωγραφικής το ’55 στη Γκαλερί Paine, που ήταν
στην Κριεζώτου. Ήταν δύο-τρεις μόνο γκαλερί εκείνο τον καιρό, δεν ήταν
πολλές. Έγραψε τότε ο Τώνης Σπιτέρης θυμάμαι σε κάποια εφημερίδα, ότι
«είναι καλός, έχει ταλέντο, αλλά πρέπει να κλειστεί στο ατελιέ του να ερ-
γαστεί». Γιατί ήμουν μόλις 22 ετών, το οποίο θεωρούσε υπερβολικό, να
κάνει κανείς έκθεση 22 ετών. Άλλες εποχές, τελείως…Τώρα στα 25 κάνουν
rιtrospectives, αν δεν κάνω λάθος..
Β.Κ. Ο Σπιτέρης πάντως είχε οξυδέρκεια. Τον αμφισβητούσαμε παλιά,
όπως και τον Αλέξανδρο Ξύδη ή την Ελένη Βακαλό, όμως όσο περνά ο
καιρός, τόσο μεγαλώνει το χάσμα που τους χωρίζει από πολλούς νεώ-
τερους.
Μ.Κ Ήρθα στην Ελλάδα το ’55 περίπου και άρχισα να δουλεύω στη διαφή-
μιση με τον Κάραμποττ – με τον οποίον και με τη γυναίκα μου την Αγνή
κάναμε τελευταία την έκθεση «Διαδρομές design» στο Μουσείο Μπενάκη.
Β.Κ. Ακριβώς επειδή είδα την έκθεση και ξαναείδα αφίσες που βλέπαμε
από παλιά γύρω μας ή διαφημίσεις που ξέραμε πως ήταν των «Κα-
τζουράκη – Κάραμποττ», μπορώ να πω πως ήδη στο χώρο αυτό πέρα-
σαν πολλές φορές κάποιες καθαρά «ζωγραφικές αντιλήψεις»: οι αφίσες
ήταν έργα ωραία. Το δούλεμα της φόρμας, το είδος και το μέγεθος των
γραμμάτων, η δόμηση της επιφάνειας…
φάση εξπρεσιονισμού, μέχρι το ’65 περίπου νομίζω.
Β.Κ. Σε μία από τις κατοπινές περιόδους μου φαινόταν ότι υπήρχαν κά-
ποιες μακρινές σχέσεις με το γαλλικό κίνημα «support–surface». Υπήρ-
ξαν πράγματι;
Μ.Κ. Ίσως υπάρχουν – αλλά δεν το ήξερα τότε αυτό! Μου το είπε για πρώ-
τη φορά το ’76 ο Μανώλης Μαυρομμάτης. Γιατί δεν είχα ειλικρινά πολλή
σχέση με την Γαλλία εκείνη την εποχή, καθόλου μάλιστα. Ήξερα πολύ πε-
ρισσότερο την αμερικάνικη τέχνη..
Β.Κ. Ίσως ο φίλος μας ο Δανιήλ να είχε λειτουργήσει σαν «αφανής»
σύνδεσμος μ’ αυτό το κίνημα, με το οποίο είχε ο ίδιος πολλές επαφές,
και στο πλαστικό αλλά και στο ιδεολογικό επίπεδο.
Μ.Κ. Ίσως. Μπορεί. Αλλά ήξερα περισσότερο τι γινόταν στην Αμερική,
εκείνη την εποχή, παρά στη Γαλλία – για να είμαι ειλικρινής. Ούτε ερχό-
μουν συχνά στη Γαλλία τότε .
Β.Κ. Λες πώς η ενασχόλησή σου γενικά στο χώρο της τέχνης αρχίζει
νωρίς. Από πότε;
Μ.Κ. Από 10 χρονών ήθελα να γίνω ζωγράφος. Καλλιτέχνης. Γενικά δε μ’
ενδιέφερε τίποτα άλλο. Αλλά πάντοτε υπήρχαν προβλήματα οικονομικά,
ο πατέρας μου δεν είχε χρήματα καθόλου και ανησυχούσε για μένα, για-
τί ήξερε: κι ο ίδιος είχε πάρα πολύ ταλέντο, κόντεψε να γίνει ζωγράφος
κάποτε στην Αλεξάνδρεια. Ήταν μαθητής του Δημήτρη Λίτσα, ενός πολύ
καλού ζωγράφου ο οποίος είναι άγνωστος τελείως αν και είχε γίνει μία του
έκθεση. Έκανε πολύ ωραία, μικρά έργα, ο Λίτσας. Έχω σπίτι ένα ωραίο πορ-
τραίτο του πατέρα μου που είχε κάνει.
Είχε λοιπόν πάντα αγωνία ο πατέρας μου, ξέροντας από γνωστούς και φί-
λους τις ταλαιπωρίες κι όλα αυτά, και προσπαθούσε να με προωθήσει να
κάνω κάτι «σχετικό», να γίνω αρχιτέκτονας για παράδειγμα. Και τότε ένας
ανιψιός του πατέρα μου από την Αλεξάνδρεια έδωσε χρήματα για να πάω
Βάσια Καρκαγιάννη-Καραμπελιά. Μια συζήτηση με τον Μιχάλη Κατζουράκη 14 15
Μ.Κ. Βέβαια. Άλλωστε την Denise Renι τη γνώρισα από τη Ναυσικά και
τον Εμμανουήλ Μαυρομμάτη. Το έργο της Ναυσικάς το εκτιμώ πολύ.
Β.Κ. Γιατί δεν βλέπω στην εικαστική σκηνή ανάλογα ενδιαφέροντα,
παρ’ όλο που πολλοί καλλιτέχνες έχουν εμπνευσθεί από τον Ρωσικό
σουπρεματισμό, κονστρουκτιβισμό ή το νεοπλαστικισμό (Mondrian)
και η κριτική έχει πολύ ασχοληθεί με τα κινήματα (αφηρημένος γεω-
μετρισμός κ.λ.π. ) που βγαίνουν μεσ’ απ’ όλα αυτά… Δεν βλέπω πολ-
λούς ή μάλλον καμία δουλειά σαν την δική σου. Φυσικά, δεν μπορεί
να συγκρίνει κανείς, υπάρχουν άλλωστε καλλιτέχνες όπως η Ναυσικά
Πάστρα, που ήδη αναφέραμε, η Όπυ Ζούνη, ο Μιχάλης Μιχαηλίδης,
ο Νέστορας Παπανικολόπουλος (αξιολογότατος καλλιτέχνης που έχει
μείνει παραδόξως στην αφάνεια τόσα χρόνια) ή από τους νεώτερους
ο Γιάννης Μπουτέας ή ο Θεόδουλος, που έχουν σε μια τουλάχιστον
φάση της πορείας τους επεξεργαστεί ανάλογα ζωγραφικά προβλήματα.
Υπάρχουν άραγε αλληλεπιδράσεις; Οι νεώτεροι πώς αντιμετωπίζουν το
έργο σου; Εσύ που τοποθετείσαι;
Μ.Κ. Δεν μπορώ να ξέρω…Κάνω διάφορα πράγματα, πάντα πλέω σε αμ-
φιβολίες και δοκιμές, κι έχω πάντα μια ανησυχία, χωρίς να με απασχολούν
επιδράσεις, ταυτίσεις, κατατάξεις και αλληλεπιδράσεις. Το βέβαιο είναι ότι
είμαι περισσότερο δυσαρεστημένος μ’ αυτά που κάνω. Πάντως με ενδιαφέ-
ρει και προσπαθώ να είμαι ενήμερος με επισκέψεις στις εκθέσεις του εξωτε-
ρικού, με τα περιοδικά ακόμα, για το τι γίνεται γύρω μας...
Β.Κ. Ευτυχώς. Όταν θ’ αρχίσεις να είσαι ευχαριστημένος, θα πρέπει και
ν’ αρχίσεις ν’ ανησυχείς (γελάμε κι οι δύο..).
Μ.Κ. Αυτή τη στιγμή κάνω πράγματα που θα θελα να δεις, να μου πεις και
τη γνώμη σου κιόλας. Τρώγομαι με τα ρούχα μου.
Β.Κ. Θα μπορούσες να μιλήσεις λίγο, ωστόσο, για την καινούργια σου
δουλειά; Γιατί και σ’ αυτήν εδώ την έκθεση υπάρχουν έργα σου που, αν
και συνδέονται με τα παλιότερα, είναι καινούργια... Τι καθορίζει τελικά
Μ.Κ. Υπήρχαν πολλά στοιχεία που προέρχονταν από κατασκευές με ξύλα
χρωματιστά ή άλλα τέτοια υλικά, τα οποία φωτογραφίζονταν και τυπώνο-
νταν μετά. Τα έβλεπα πάντα σαν έργα ανεξάρτητα. Πειραματιζόμασταν με
διάφορα υλικά, φωτογραφίες και τρόπους σύνθεσεις για πράγματα πρωτό-
τυπα και εκφραστικά... Όμως παράλληλα μ’ αυτά εγώ δούλευα πάντα τα
«δικά» μου. Τελείωνα τη δουλειά μου στο γραφείο και γύριζα σπίτι και δού-
λευα. Σάββατα, Κυριακές, βράδια, δεν σταμάτησα ποτέ μου να δουλεύω
ό,τι με απασχολούσε.
Β.Κ. Μέσα στον χώρο τον ελληνικό, ποιες ήταν οι επαφές σου – με άλ-
λους καλλιτέχνες εννοώ ή άλλους ανθρώπους;
Μ.Κ. Όπως καταλαβαίνεις, επειδή εργαζόμουν 7 ή 8 ώρες την ημέρα κά-
νοντας τη βιοποριστική μου δουλειά, και μετά δούλευα στη συνέχεια σπίτι
μου για να κάνω τη δική μου δουλειά, αυτή που μ’ ενδιέφερε, δεν μου έμενε
πολύ χρόνος για κοινωνικές επαφές. Είχα πολύ φίλο από 11 χρονών το
Γιώργο Ζογγολόπουλο, γιατί έτυχε να βρεθεί στο Ψυχικό, όπου έκανε το
ατελιέ του, κοντά στο σπίτι μου. Και ουσιαστικά ο Γιώργος ήταν η πα-
ρέα μου, απ’όπου γνώρισα καλλιτέχνες όπως τον Γιάννη Μόραλη και τον
Θανάση Απάρτη. Στο ατελιέ του Απάρτη μάλιστα πήγαινα από 16 χρονών
κάθε Σάββατο και δούλευα στη γλυπτική. Εκεί γνώρισα και τον Φιλόλαο.
Πήγα και λίγους μήνες στη Σχολή Καλών Τεχνών, στο ατελιέ του Τόμπρου,
όπου γνώρισα τον Θόδωρο και την Κατερίνα, την μετέπειτα γυναίκα του
και τον Γεράσιμο Σκλάβο. Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος με ώθησε αρκετά
προς την γλυπτική. Έτσι ζωγραφική και γλυπτική, που τα θεωρώ ένα ενιαίο
στοιχείο, με ενδιαφέρουν πάντα.
Β.Κ. Προσπαθώ να σκεφτώ στον ελληνικό χώρο κάποιες “παράλληλες
πορείες”. Κι εκτός από – κι εδώ ξαναρχόμαστε στην Denise Renι – με-
ρικές παρόμοιες αισθητικές, αφαιρετικές διεργασίες που πάνε κοντά με
τις δικές σου όπως της Ναυσικάς Πάστρα, δεν βλέπω άλλες…Τα σχέδιά
της, οι κατασκευές της, η αναλυτική προσέγγιση της φόρμας, η δόμηση
του χώρο μου φαίνεται να παρουσιάζουν πνευματικές και ζωγραφικές
συγγένειες έστω μακρινές με τα δικά σου έργα.
Βάσια Καρκαγιάννη-Καραμπελιά. Μια συζήτηση με τον Μιχάλη Κατζουράκη
την αλλαγή, ή πες το πιο απλά, τη δημιουργία; Το τυχαίο, που αναφέ-
ρεις συχνά; Το αναπάντεχο συμβάν;
Μ.Κ. Το τυχαίο, θα έλεγα, που προφανώς όμως δεν είναι και τόσο, αφού
προσπαθώ να το βρω, το ψάχνω στο περιβάλλον μου. Όλα τα έργα μου
βγαίνουν από παρατηρήσεις. Παρατηρήσεις βέβαια του περιβάλλοντος,
του δομημένου περιβάλλοντος, όχι η εξοχή και η φύση. Με ενδιαφέρει κάτι
από τις πόλεις, αυτό που λένε οι Αμερικάνοι «the man-made environment»,
το περιβάλλον το κατασκευασμένο από τον άνθρωπο, που έχει την αποτύ-
πωση της ζωής, τη φθορά, όλ’ αυτά πάνω του. Μέσα σ’ αυτά τα πράγματα
βλέπω και κάποια που με οδηγούν κάπου αλλού…Το ένα έργο οδηγεί στο
άλλο. Αλλά όλα βγαίνουν απ’ αυτά που βλέπω γύρω μου, είτε στην Αθήνα,
είτε στη Λήμνο, τόπο καταγωγής της μητέρας μου, είτε από τα διάφορα
ταξίδια στο Παρίσι, στο Μαρόκο, στο Μεξικό και αλλού... Αυτό φαίνεται
μερικές φορές και από τους τίτλους των έργων.
Β.Κ. Τι θέση έχει το χρώμα, τα χρώματα – το φως – στη δουλειά σου;
Μ.Κ. Στη ζωγραφική το χρώμα έχει πάντα μεγάλη σημασία. Στα επίτοιχα
έργα το χρώμα έχει σχέση με τα ίχνη που ανακαλύπτω στις παρατηρήσεις
αυτού του περιβάλλοντος, που σου είπα πριν και η διεργασία του βέβαια
μετά έχει σχέση με τη διάθεσή μου και την εξέλιξη του κάθε έργου προς την
ολοκλήρωση... Γιατί πολλές φορές είναι το ίδιο το έργο που σε οδηγεί, σαν
ένα ταξίδι προς το άγνωστο...
Β.Κ. Πιστεύεις πώς υπάρχει μια «αναγκαιότητα», μια «λειτουργία» της
τέχνης; Κι η συγκίνηση;
Μ.Κ. Δεν ξέρω. Αυτό που κάνω και που είναι το μόνο που νομίζω ότι ξέρω
να κάνω, μ’ ενδιαφέρει και με απασχολεί συνέχεια. Είναι τουλάχιστον για
μένα μια αναγκαιότητα.
KANE KLIKKKK παλαιοτερες αναρτησεις

GALLERY ΕΠΙΛΟΓΗ-ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΤΕΧΝΗΣ ΜΕ ΑΠΟΨΗ

GALLERY ΕΠΙΛΟΓΗ-ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΤΕΧΝΗΣ ΜΕ ΑΠΟΨΗ GALLERY ΕΠΙΛΟΓΗ-ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΤΕΧΝΗΣ ΜΕ ΑΠΟΨΗ